Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…

Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…
ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Διηγήσεις του Μάκη Νάκου από θύμισες με εικόνες, παραστάσεις και γεγονότα στην Ερμιόνη από το 1940 - 1946


Η φωτογραφία του αναρτήθηκε στο ιστολόγιο  της "Πρωτοβουλία Ενεργών Πολιτών Ερμιόνη" ΕΔΩ... 
και είναι από το αρχείο τους συλλογής ασπρόμαυρων παλαιών φωτογραφιών.

Είναι αφιερωμένη στον φίλο του Γιώργο Νοταρά  το 1955 (ήταν 23 χρονών) 

με  βαθύ συναισθηματικό κείμενο που εκφράζει απεριόριστη φιλία, 
κάτι που αποδεικνύεται από τις σχέσεις τους μέχρι στις μέρες μας.
«Στον αγαπημένο μου φίλο Γιώργο, 
ως εμπόδιο της λησμονιάς»
Με αγάπη Μάκης
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
 Μεταφορά - Παρουσίαση στο blog
 ΣΤΑΜ. ΔΑΜ.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο  ΜΑΚΗΣ  Ο  ΝΑΚΟΣ  ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Πολλοί φίλοι μου και γνωστοί μου με παροτρύνουν να γράψω ότι θυμάμαι από τα δρώμενα και γενόμενα όταν ήμουν 8-10 χρόνων στην Ερμιόνη. Την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ήταν δύσκολα χρόνια , σήμερα τα ονομάζουμε πέτρινα και η μνήμες είναι τόσο έντονες διότι ζήσαμε τον πόλεμο και την κατοχή, και είναι δύσκολο να ξεχαστούν!!!
Θα αρχίσω  από το 1939 και μετά, γιατί από τότε θυμάμαι καλλίτερα. Η Ερμιόνη ήταν μια κωμόπολη με κίνηση και ζωή διότι είχε το λιμάνι της από το οποίο διακινούντο όλα τα εμπορεύματα και οι επιβάτες της επαρχίας προς τον Πειραιά και επιστροφή με τα τότε ατμόπλοια Υδράκι του Λεούση, το Μοσχάνθη του Τόγια  και με καΐκια. Τά πλοία δεν πλεύριζαν στην προβλήτα λόγο βυθίσματος και ετσι η επιβίβαση και αποβίβαση γινόταν με ειδικές βάρκες μεγάλες που τις λέγαμε  μαούνες, ακόμα θυμάμαι τη φωνή του Σπύρου του Μανουσάκη του Στάθη του Ζαραφωνίτη (Ψώρα) του Τάσου του Νίκα (Τζάνη) πού ήταν και οι τρείς ντελάληδες και από την προηγούμενη μέρα πότε ο ένας ή ο άλλος ανήγγειλαν την άφιξη του εκάστοτε πλοίου στις γειτονιές φωνάζοντας <Αύριο το πρωί θα περάσει το Μοσχάνθη για Πειραιά>.
Στο διάστημα της κατοχής επιβάτες και εμπορεύματα μετακινούνται προς Πειραιά με καΐκια και τότε συχνά ακούγαμε τους ντελάληδες να φωνάζουν στην Ερμιόνη και στο Κρανίδι, << Αύριο το πρωί αναχωρεί δια Πειραιά το καΐκι ο <Μπαλαρμίωτης> με πλοίαρχο τον  Γρηγόριο Γκάτσο δέχεται επιβάτες και εμπορεύματα>>. 
Από τη στροφή που πάμε για τον Άγιο Γιάννη μέχρι και το σπίτι και το ναυπηγείο του Απόστολου του Κοτταρά, υπήρχε μια σειρά από κυπαρίσσια που ορισμένα υπάρχουν και σήμερα. Προς ανατολάς άρχιζε το πευκοδάσος του Μπιστιού. Προς δυσμάς ήταν η περιοχή του Αγίου Αθανασίου, χωρίς σπίτια με το μοναδικό του Παπαφραγκου και όλος ο άλλος χώρος ήταν γεμάτος αγριόχορτα, μπόσκες (Κρεμμύδες που πουλάνε τη Πρωτοχρονιά για το καλό του χρόνου) και καραμπούσια Το 1939 φτιάξανε τον παραλιακό δρόμο γύρο από το Μπιστι, κόβοντας πολλά πεύκα τα οποία έφταναν μέχρι και τα κυκλώπεια και Ενετικά τείχη στο σημείο που αρχίζει η ανηφοριά που πάει προς το φανάρι, αριστερά στα βράχια είχε μείνει ένα κομμάτι ενετικού τείχους,  που από μέσα από την Ερμιόνη έμοιαζε σαν καραβάκι και τη θέση αυτή στη κατοχή τη λέγαμε καραβάκι, στην κατοχή σε μια θεομηνία καταστράφηκε εντελώς, έτσι έγινε όπως είναι και σήμερα, ο δρόμος που ένα διάστημα ήταν η περατζάδα,  περίπατος των ανδρών και γυναικών Ερμιονιτών, διότι για τις γυναίκες ότι μόδα φοριόταν  στην Ερμού της Αθήνας, φοριόταν και στο Μπίστι της Ερμιόνης…. 
Η  θάλασσα στο λιμάνι και στα Μανδράκια ήταν πεντακάθαρη, κανένας βόθρος δεν έπεφτε στη θάλασσα διότι οι απόπατοι ήσαν στεγανοί και αρκετούς τους άδειαζαν. Κολύμπι κάναμε και στο λιμάνι, πέφτοντας από τα καΐκια και από το μόλο και στην άκρη μεριά, δεξιά του λιμανιού όταν το φτιάχνανε, είχαν αφήσει δυο μπλόκια στο πάτο της θάλασσας, εκεί ρίχναμε πετονιές και πιάναμε ροφόπουλα, η θάλασσα βρώμισε όταν ήρθε το νερό στην πόλη και τα σπίτια έφτιαξαν αποχετευτικό σύστημα, που δεν υπήρχε και μοιραίως από τα πλυσίματα και καθαρίσματα στα σπίτια και στα μαγαζιά όλα τα απόβλητα μαζί πήγαιναν στη θάλασσα. Ευτυχώς τώρα με το βιολογικό τα νερά είναι καθαρά. 
Στο λιμάνι δεν υπήρχαν περιπτερά  μόνο καφενεία, μαγαζιά και ταβέρνες. 
Θα περιγράψω όσα θυμάμαι, στο βόρειο λιμάνι ήταν το σπίτι όπως είναι σήμερα, του Ανδρέα Πραχαλιά, κάτω μπακάλικο και στο βάθος ταβέρνα. Στη ταβέρνα σύχναζαν καραβοκύρηδες και πολλές φορές ο Μιχάλης ο Παπαμιχάλης (Γιαταγάνας) ο οποίος συνήθιζε να παίρνει μισή οκά κρασί να βγαίνει στην πόρτα του μαγαζιού και να το χύνει στο δρόμο, εις υγεία των πεθαμένων, επίσης ποτέ δεν πλήρωνε όταν ήταν … εν ευθυμία, αλλά την άλλη μέρα θυμόταν ακριβώς το λογαριασμό. 
Βαδίζοντας ανατολικά εκεί που είναι τώρα η Μαρία του Στάικου ήταν το καφενείο του Τάγκαλου και απάνω το σπίτι, πιο παλιά το καφενείο ήταν μαγαζί και το είχε νοικιάσει κάποιος ονόματι Πρωτογύρου, εγώ δεν το πρόλαβα ως μαγαζί. Στο στενό μεταξύ του Πραχαλιά και του Τάγκαλου, ήταν το οδοντιατρείο το οποίο είχε κάποια ξένη κ, Φωφό. Δίπλα στου Ταγκαλου (ανατολικά) ήταν ένα μικρομάγαζο σαν περίπτερο που το είχε ο Παναγιώτης Σπετσιώτης (Σκουλιουφας) και πουλούσε τσιγάρα καραμέλες και ξηρούς καρπούς. Ας σημειωθεί  ότι περιπτερά στο λιμάνι και στα Μανδράκια δεν υπήρχαν.  
Στη συνέχεια ήταν η ταβέρνα του Ιωσήφ του Μερτύρη, που η Γυναίκα του κυρά  Χριστίνα ήταν σπουδαία μαγείρισσα. Στο πίσω μέρος ήταν η κατοικία και  πιο επάνω είχε μια μεγάλη αποθήκη, που είχαν το τυροκομείο, με τις ωραίες φέτες, μυτζήθρες, γιαούρτια, που έφτιαχναν οι γιοι του Λευτέρης,   Γιώργος και Πάνος, αρίστης ποιότητος, γνήσια και βιολογικά.
Κατόπιν ήταν η ταβέρνα του Γιώργου Γανώση όπως είναι σήμερα στο ίδιο κτήριο, πιο πέρα ήταν το σπίτι της οικογενείας  Δαμαλίτη που στο μέρος της παραλίας ήταν το ψαράδικο του Μήτσου του Πάλλη (Παλαιού) Μετά ήταν το διώροφο σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου  - για το οποίο θα αναφερθώ αργότερα- με μια τεράστια μάντρα με πολλές αμυγδαλιές και έφτανε μέχρι τη γωνία του τσιμεντόδρομου  τότε, σημερινή γωνία Εθνικής τράπεζας, εκεί ήταν το ψαράδικο του Παντελή του Μαρουλά, που είχε βοηθό το μπάρμπα Λάζαρο το Σέρφα πατέρα του Ανάργυρου του Σέρφα, στο ψαράδικο αυτό η οργάνωση του ΕΑΜ έφερνε ψάρια από τη λιμνοθάλασσα  της Θερμησίας και τα μοίραζε στο κόσμο.
Δίπλα (δυτικά) το ψαράδικο των αδελφών Σπετσιώτου  (Μητρώκα)  υπεύθυνος του οποίου ήταν ο Απόστολος, ενώ ο καπτάν Ντίνος  με το Σπύρο δούλευαν στη ιδιόκτητη τράτα τους. 
Στη συνέχεια μετά το δρόμο ήταν το διώροφο σπίτι του μπάρμπα Αντώνη του Κυπραίου με μεγάλη μάνδρα με αμυγδαλιές και μπροστά στο δρόμο προς τη θάλασσα ήταν υπερυψωμένο ένα σημείο του σπιτιού, με ένα πεύκο (σημερινή καφετέρια Γιοτ) εκεί είχε ένα μικρομάγαζο ο μπάρμπα Δημήτρης ο Μπενάρδος, πατέρας του Ανδρέα Μπενάρδου. 
Δίπλα   ήταν το διώροφο σπίτι του Κοσμά Παπακυριακού (Παράσκου) πατέρας του Μιχάλη Παπακυριακού που το ισόγειο μετά τον πόλεμο το είχε νοικιάσει η UNRA (Σχέδιο Μάρσαλ) και είχαν αποθηκεύσει διαφορά τρόφιμα όπως άλευρα, γάλατα, ρύζια κλπ, τα οποία μοίραζαν δωρεάν στους κατοίκους της Ερμιόνης. 
Πιο πέρα ήταν η διώροφη κατοικία ιδιοκτησίας Απόστολου Κατσογιώργη που την είχαν επιτάξει οι Ιταλοί και την χρησιμοποιούσαν ως Καζάρμα. Πιο εκεί η διώροφη κατοικία του Α. Κατσογιωργη και στη συνέχεια το διώροφο σπίτι του Μπενάρδου και το σπίτι του Σπύρου του Ταρουση που μετά τον πόλεμο άνοιξε ταβέρνα της οποίας οι κεφτέδες άφησαν εποχή, - σήμερα είναι ξενοδοχείο που ανήκει στο γιο του Κώστα. Κατόπιν ήταν το σπίτι του Γιάννη του Ησαΐα και το σπίτι της κα Αντωνίας της Κιούση, ακολουθούσαν οικόπεδα και σε απόσταση 100μ ήταν η αποθήκη του Δεληγιάννη και τελευταίο το σπίτι του Γεωργίου Βεντουρή.  
Στην αρχή του δρόμου του Μπιστιού καμιά εκατοπενηνταριά μέτρα κάτω από το δρόμο υπήρχε μια αμμουδιά που πολλοί ψαράδες έβγαζαν έξω τις βάρκες τους για τη σχετική συντήρηση, επίσης σε  αυτό το σημείο άναβαν φωτιά και απάνω σε μια σκάρα έβαζαν ένα μεγάλο καζάνι (Λεβέτι) με νερό το οποίο όταν έβραζε έριχναν μέσα φλούδες από τα πεύκα (Πετίκι) αυτές όταν έβραζαν άφηναν ένα σκούρο κόκκινο χρώμα με το οποίο έβαφαν τα δίχτυα τους διότι όταν τα αγόραζαν ήταν άσπρα και έπρεπε να σκουρύνουν .   Άλλος ένας δρόμος του Μπιστιού άρχιζε από τον Άγιο Νικόλαο πέρναγε μπροστά από τον αρχαίο ναό της Δήμητρας και κατέληγε στο φανάρι .Αυτός ο δρόμος ήταν για τα ζευγαράκια και τα κρυφά ραντεβού, για αυτό και ο ευρηματικός Αργύρης Σπετσιώτης, τον είχε ονομάσει <Οδός σε λατρεύω>. Ο αείμνηστος Αθανασιος Στρίγκος είχε ανακαλύψει και είναι ορατοί και σήμερα στις πέτρες του δρόμου, ίχνη από ιππήλατες άμαξες που μετέφεραν τους άρχοντες στο ναό.    
Μετά το άνοιγμα του περιφερειακού δρόμου ήρθαν στην επιφάνια υπολείμματα από πορφύρες τις οποίες χρησιμοποιούσαν για να βάφουν υφάσματα (Χλαμιδες) σε χρώμα κόκκινο που τα φορούσαν Βασιλείς και αυτοκράτορες και όπως αναφέρεται ιστορικά ο Μέγας Αλέξανδρος βρήκε Ερμιονίτικες χλαμύδες στα παλάτια της Αιγύπτου και της Περσίας.
Στη νότια πλευρά του Αγίου Νικολάου υπήρχε ένα κελί το οποίο δεν υπάρχει σήμερα, εκεί μόναζε μια καλόγρια ονομαζόμενη Μπαμπάνα, και ήταν από το σόι της οικογένειας Σπύρου Κουτούβαλη, πατέρα του Λάζαρου Κοτούβαλη, στα χρόνια της Κατοχής καθόταν η αδελφή της Πανωραίας της Κιούσης (Μερτύρη) ονόματι Λούλα, η οποία έπασχε από φυματίωση και απεβίωσε μέσα σε αυτό. Τα τελευταία χρόνια εκεί έζησε και πέθανε ο Τάσος ο Σχοινάς (Τζάνης ή Αγώνας) .
Στο προαύλιο του Αγίου Γιάννη υπήρχε νεκροταφείο με πολλά μνημεία, τα είχαμε προλάβει και εμείς, μεταξύ αυτών και ο αδελφός του Γιώργου του Νοταρά, Σταμάτης, που απεβίωσε από διφθερίτιδα  τον Ιούνιο του 1936, μαθητής Α΄ δημοτικού, οι σωροί αυτών αγνοούνται!!!   Ανατολικά του ναού υπήρχε ένα μεγάλο κελί που καθόταν η Γεωργία Χαμηλοθώρη (Γαλιάντρα) με τον άνδρα της, και υπηρετούσε και το ναό που ιδιοκτησιακός ανήκε στον ναό των Ταξιαρχών. Το κελί αυτό επιδιορθώθηκε από την Μαρκό Αγγέλου Φασιλή η οποία ήταν σύζυγος του συμπατριώτη μας Αγγέλου Παπαβασιλείου ο οποίος ήταν Πρόξενος του Ελληνικού Κράτους στην Αμβέρσα το 1950. >>>>>>>>>



H Μαρκό (Μάρθα)  ήταν βελγίδα και όταν απεβίωσε ο σύζυγός της  ήρθε στην Ερμιόνη επιδιόρθωσε το σπίτι ανατολικά του Αγίου Γιάννη το οποίο ανήκει στην εκκλησία των Ταξιαρχών και όταν ερχόταν στην Ελλάδα διέμενε σε αυτό. Όταν δε απεβίωσε περιήλθε πάλι στη διαχείριση της εκκλησίας των Ταξιαρχών. 
Η αείμνηστη Μαρκό δεν αγάπησε μόνο την Ερμιόνη αφού φύτεψε πεύκα κατά μήκος της παραλίας από την οικία του Νίκου του Δέδε μέχρι τον Κάβο, αλλά και τους Ερμιονίτες από το γεγονός ότι δίδαξε αμισθί πολλούς νέους  ξένες γλωσσών.  
Ο δρόμος τότε δεν ήταν όπως είναι σήμερα από Άγιο Γιάννη μέχρι Κάβο, Κaza Dei, ήταν ένα μονοπάτι και στο σημείο αυτό σταματούσε, από κάτω ήταν γκρεμός και θάλασσα, έπρεπε να κάνουμε δεξιά σε ένα μικρό σοκάκι από το καρνάγιο του μάστρο Γιάννη του Κοτταρά και αμέσως αριστερά για να βγούμε πάνω από το σπίτι της οικογένειας Αρβανιτάκη, (Σημερινό Κρινή) και από το σπίτι του Βλαχοδημήτρη και να βγούμε στη γωνία του σπιτιού του Μπάρμπα Κώστα του Προκοπίου (Σημερινό σπίτι Κώστα Φασιλή) και Κοσμά Βρεττού. Σε αυτό το μονοπάτι ανατολικά  ήταν μόνο το σπίτι της οικογένειας Παπαφράγκου ενώ στη δυτική πλευρά  πίσω από τον κάβο ήταν το σπίτι του Σωτήρη του Καλιάνου και δίπλα και ανατολικά το σπίτι του γιατρού Απόστολου Παπαβασιλείου σημερινό Γηροκομείο και το Δημοτικό σχολείο (Κοινοτικό κατάστημα  σήμερα) απέναντι ήταν το ταχυδρομείο το οποίο και μέχρι τις  αρχές του 1940 ήταν στο σπίτι της οικογένειας Άννας Μαστράκη (Σαρρή). 
Το σχολείο είχε κτιστεί πριν από τον πόλεμο από τον  Γεώργιο Παπανδρέου πατέρα του Ανδρέα όταν ήταν υπουργός παιδείας η βορειανατολική αίθουσα κτίστηκε το 1939 και η βορειοδυτική πολύ αργότερα και έτσι πήρε τη σημερινή μορφή σε σχήμα Π. Βορειανατολικά σε μικρή απόσταση από το σχολείο σε ένα διώροφο σπίτι του Απόστολου του Κατσογιώργη στεγαζόταν ο Αστυνομικός σταθμός  μέχρι και το 1955 Στον επάνω όροφο ήταν το γραφείο της Αστυνομίας και κάτω το κρατητήριο. 
Στη διαδρομή από Άγιο Γιάννη μέχρι τον κάβο ήταν οι δύο μπανιέρες που κάνανε μπάνιο οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά, στις οποίες μάθαμε και εμείς μπάνιο με τις νεροκολοκύθες. Μια ήταν του μαστρο Γιάννη κάτω από τον κάβο και η άλλη στη συκιά κάτω από το σημερινό σπίτι της Ηρώς Λαζαρίδου και λίγα μέτρα δυτικά  από την ταβέρνα  Τζιέρι ήταν η μπανιέρα "Κουλούρι" για τους άνδρες και ανοικτά γινόντουσαν τα μπέλ μίξ δηλαδή άνδρες και γυναίκες. 
Επίσης υπήρχε και μια μπανιέρα στη "Μαγγούλα", εκεί προς το "Γκουριμέσι" που κολυμπούσαν οι Μηλιώτες, (κάθε μαχαλάς είχε και την ονομασία του: Μηλιώτες, Μανδρακίωτες, Λιμανιώτες, Μπιστιώτες. Μια φορά είχε γίνει πετροπόλεμος στη πλατεία που ήταν το καφενείο του Γιάννη του Γκάτσου, πατέρα του Φάνη του Γκάτσου, μεταξύ Μυλιωτών και Λιμανιωτών που άφησε εποχή, αρχηγός των Μυλιωτών ηταν ο Αντώνης ο Κολυμπάδης (Μπαρμπάτσης) Και των Λιμανιωτών ο Πάνος ο Μερτύρης (Πανούτσος). 
Στα Μαντράκια εκεί που είναι τώρα το σουβλατζίδικο του Χρήστου του Παπαμιχαήλ, ήταν το καφενείο του Κώστα Κουτούβαλη, παππού του Κώστα του Κουτουβαλη, που ασχολείται με την ξυλουργική. Δίπλα ήταν το πατρικό σπίτι της Ανθούλας της Λαζαρίδου- Δουρουκου και της Ηρώς, όπως είναι σήμερα και μέσα στην αυλή ήταν το λιοτρίβι του πατέρα τους Νίκου Λαζαρίδου, συνέχεια στην καφετέρια εν λευκώ, ήταν το λιοτρίβι των αδελφών Μήτσου και Αχιλλέα Μερτύρη και πολύ αργότερα το ναυπηγείο του Λάζαρου Οικονόμου (Λούη). Στην καφετέρια των αδελφών Παλυβού, ήταν το σπίτι με αυλή των αδελφών Γεωργίου Ταρούση (Κουζούμη) και μπροστά στη φάτσα, ήταν μαγαζί με είδη αλιείας, χονδρική πώληση σιγάρων και στο βάθος ένα μικρό υπόγειο με βαρέλια κρασί του Νίκου Λαζαρίδη. Δίπλα μετά το στενό δρομάκι, ήταν το σπίτι των αδελφών Οικονόμου, που μπροστά στη φάτσα, ήταν το καφενείο <Τροκαντερό> του Γιάννη του Οικονόμου, που το είχε ονομάσει έτσι, από μία διάσημη περιοχή του Παρισιού με ξενοδοχεία και δημοφιλή κέντρα διασκέδασης. Μπροστά στη θάλασσα είχε φτιάξει ένα μαντράκι μπαζωμένο με χώμα και πέτρες, το καλλίτερο από την πλευρά των Μανδρακιών που μπορούσαν να αράξουν και μικρά καΐκια, έβγαζε  και τραπεζάκια με καρέκλες και τα καλοκαίρια πίναμε γκαζόζα και το υποβρύχιο βανίλια, στη αίθουσα του καφενείου πολλές φόρες το χειμώνα, ερχόντουσαν περιοδεύοντες  θίασοι (Μπουλούκια)και έπαιζαν θέατρο γιατί θυμάμαι μια χρονιά εγώ είχα δει τη Γενοβέφα στα Μανδράκια γινόντουσαν πολλές εκδηλώσεις, διασκέδασης τις αποκριές με τους μασκαράδες, όταν ερχότανε και ο συμμαχικός στόλος μέχρι το 1938 έβγαινε ορχήστρα από τα πλοία και έπαιζαν διάφορους σκοπούς της εποχής και το εμβατήριο της ποδοσφαιρικής ομάδας και έπαιζε με τον ΕΡΜΉ στα αλώνια τα δε Χριστούγεννα και Αγίου Βασιλείου γινόταν ο χαμός, με το ρόλο (Κορώνα γράμματα),το επίκεντρο ήταν πάντα το καφενείο το Τροκαντερό, τα καλοκαίρια της κατοχής ερχόταν ένας Καραγκιοζοπαίχτης ονόματι Σωτήρης, πολλοί έλεγαν ότι ήταν γιος του Ευγένιου Σπαθάρη, ήταν σπουδαίος στη τέχνη του, για μας ήταν μία νότα της παιδικής μας ηλικίας, διότι με τα σκαμνάκια πηγαίναμε κάθε βράδυ και παρακολουθούσαμε την παράσταση και εσκάγαμε στα γέλια με τα αστεία και της ατάκες του Καραγκιόζη . Έβγαινε ο καραγκιόζης στο πανί και άρχιζε: Αξιότιμοι κύριοι καλησπέρα σας πέρα για πέρα, εμπρός από εδώ, έκανε ορισμένα βήματα εμπρός, έκανε αμέσως πίσω και έλεγε, έως εδώ και ερχόταν και στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε , απόψε έχουμε το υπέροχο έργο , η αφεντομουτσουνάρα μου φούρναρης, δεν σας λέω ψέματα και αν σας λέω αλήθεια, κακιά μπόμπα να πέσει να με κάψει, η μπόμπα νάνε από φελλό και εγώ από πίσω απ΄ το βουνό. Έκανε και τον ποιητή και έλεγε, αχ τι καιρό που διάλεξε ο διάολος να με πάρει, τώρα που ανθίζει η θάλασσα και βόσκουν οι γαϊδάροι, όποτε καταλαβαίνεται το τι γινόταν από τα γέλια. 
Προχωρώντας προς το Πουνέντε  μπροστά στο σπίτι της οικογένειας Στεργίου (σημερινός Ερωδιός) ήταν, ένα Μαντρακι και στην ακτή ήταν μια ξύλινη παράγκα εκεί άραζε η τράτα του Κώστα του Κουβαρά (Πατέρας του Βασίλη και Ησαΐα) Και όταν σουρούπωνε ειχε τελειώσει και το καλάρισμα (τράβηγμα της τράτα) ερχόταν και άραζε και εμείς περιμέναμε με τις σουπιέρες να αγοράσουμε τη λαχταριστή και φρέσκια μαρίδα. Συνέχεια αππό εκεί ήταν το σπίτι του Τάσου Σπετσιώτη (Πιστρίκη) σημερινή ταβέρνα του Μιχάλη που το ισόγειο τότε ήταν το καφενείο και στη γωνία είχε το  κουρείο.  Πιο  πέρα ήταν το πατρικό σπίτι του Μήτσου του Παλαιού που είχε ένα μικρό ψαράδικο και τελευταία το τσαγκαράδικο του Γιώργου του Μαντανού. Εκεί ο δρόμος τελείωνε και από ένα δρομίσκο ανεβαίναμε την ανηφόρα  για να βγούμε στο κεντρικό δρόμο για να πάμε στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων η περιοχή αυτή λεγόταν Μαγκούλα και γκουριμέσι. Από το τσαγκαράδικο του Μαιντανου μέχρι το σπίτι της Λουλουδιάς Λιναρδοπουλου (Μπαούλενας) σημερινή οικία του φιλόπτωχου ταμείου ήταν χωματόδρομος, τα σπίτια και η αυλές ήταν πολύ κοντά στη θάλασσα και πολλές φορές όταν φυσούσε δυνατός γαρμπής το κύμα έμπαινε στις αυλές. Ο αυλότοιχος του σπιτιού της Μπαούλενας ακουμπούσε στη θάλασσα.  Εκεί ο δρόμος σταματούσε και έπρεπε να πάμε από επάνω για να βγούμε στο καρνάγιο του Μαστρογιάννη και στο σημερινό Κάβο όπως έχω περιγράψει ερχόμενοι από τον  Άγιο Γιάννη. 
Συγνώμη που χρησιμοποιώ παρατσούκλια διότι τα περισσότερα επίθετα στην Ερμιόνη είναι τα ίδια πχ ο αδελφός του πατέρα μου Ηλίας Νάκος (ο οργανοπαίκτης) είχε τέσσερες Βασίληδες με το ίδιο επίθετο και για να τους ξεχωρίσει έλεγε, ο Βασίλης του Μοναστηριού, ο Βασίλης  του παπά, ο Βασίλης ο Χιώτης, (Επειδή ο αδελφός μου είχε παντρευτεί Χιώτισσα ) και ο Βασίλης του Πράμα επειδή είχε παντρευτεί την αδελφή του Απόστολο του Σιφναίου την Άννα και το παρατσούκλι του πατέρα τους, ήταν Πράμας. Στη συνέχεια  θα αναφερθώ σε όσες βάρκες θυμάμαι με τους ιδιοκτήτες τους. 
Πολλές φορές όταν έβλεπαν τον καιρό και χαλούσε της έφερναν από το λιμάνι και της άραζαν για καραντιά. Προχωρώντας τον πλακόστρωτο προς τα απάνω (Βεγγέρα), δεξιά μας ήταν ο φούρνος του Μήτσου και της Αγλαΐας Μερτύρη που έφτιαχνε ωραίες κουλούρες ψωμί και εξυπηρετούσε τους Ερμιονίτες για τα ψησίματα των φαγητών, είχε και κάτι μαυροπίνακες στο τοίχο του μαγαζιού, για διάφορες σημειώσεις με την κιμωλία.
Στον πίνακα αυτόν ο ανιψιός τους Παντελής Μήτσου, ζωγράφιζε πολεμικά πλοία και αεροπλάνα και εμείς καθόμαστε και τα θαυμάζαμε, γιατί ήταν καταπληκτικά ωραία. Συνεχίζοντας το δρόμο προς τα επάνω συναντάμε το μοναδικό Φαρμακείο στην Ερμιόνη  του Αγγέλου Παπαμιχαήλ, δεξιότερα προς το βοριά ήταν και το λιοτρίβι του, το οποίο τότε μαζί με κάτι λίγα ακόμα λιοτρίβια δούλευαν το αλώνι με μηχανή και όχι με άλογα όπως ήταν τα περισσότερα. Πιο πάνω αριστερά από το Φαρμακείο ήταν το μπακάλικο του και το λιοτρίβι του Μιχάλη του Παπαμιχαήλ (Γιαταγάνα) και κάτω αριστερά στα σκαλιά ήταν το φαναρτζίδικο του Γιάγκου του Παπαβασιλείου γιο του Παπαφρέδου πού έφτιαχνε διάφορα σκεύη από λαμαρίνες, κουβάδες, μπρακάτσες. (Η μπρακάτσα   ήταν ένα ειδικός κουβάς που βγάζαμε νερό από τα πηγάδια, και τις στέρνες και πάντα οι Κρανιδιώτες μας κορόιδευαν διότι αυτοί την μπρακάτσα τη λέγανε τέστα) Ο Γιάγκος ήταν και πολλά χρόνια αριστερός ψάλτης στο Ταξιάρχη. Δίπλα στο Μερκουρέικο το σημερινό σπίτι του Απόστολου του Γκάτσου ήταν κάποιος ράπτης ονόματι Στρατής πρέπει να ήταν πρόσφυγας τον θυμάμαι γιατί πηγαίναμε και ζητάγαμε μεγάλες καρέλες (κουβαρίστρες) για να φτιάξουμε τα πατίνια. 
Επάνω από το Φαρμακείο ήταν το εμπορικό και μπακάλικο του Γιώργου του Παπαγεωργίου πατέρα του καπεταν Δημήτρη Παπαγεωργίου και ποιο πάνω στο ίδιο κτήριο στη γωνία ήταν το τσαγκαράδικο του Δημήτρη του Δημαράκη (Ντουνούκα) Προχωρώντας αριστερά η ταβέρνα του Παπαμιχαήλ που στην Κατοχή ήταν αποθήκη της οργάνωσης και μάζευαν τρόφιμα για του Αντάρτες αργότερα είχε το επιπλοποιείο του Αργύρη του Σπετσιώτου εκεί σύχναζαν οι διανοούμενοι της αριστεράς. Στρίβοντας αριστερά ήταν το σπίτι του Γιάννη του Νοταρά πρωτοπαλίκαρο του Δημάρχου Αθηνών Μερκούρη πάτερα του Αντώνη του Νοταρά εγγονός του μπάρμπα Αντώνη που με τη μπρατσέρα ταξίδευε τη Μεσόγειο και τη Μαύρη θάλασσα μεταφέροντας εμπορεύματα. Σε ένα ταξίδι από Τουρκία προς Αλεξάνδρεια φορτωμένος με φακές έπαθε ζημιά στο φορτίο και η απαίτηση των ναυλωτών αναφέρεται στα αρχεία των LOYDS στο Λονδίνο.
Στη δεξιά μεριά του δρόμου, απέναντι από το σπίτι του Πιτ, ακριβώς στη γωνία, ήταν το σπίτι της οικογένειας Προκόπη Μερτύρη (Σκουλούδη), ήταν ένα υπερυψωμένο σαν πλατειούλα με ένα μεγάλο πεύκο, και γύρω – γύρο είχε πλακόστρωτα καθίσματα, εκεί λυνόντουσαν όλα τα πολιτικά ζητήματα, γι’ αυτό το ονόμαζαν βουλευτήριο και οι συζητήσεις άρχιζαν από νωρίς μέχρι τα μεσάνυκτα. Ο Προκόπης ο Μερτύρης, ήταν κουρέας και είχε και Μπαρμπερό και  ταβέρνα, από εκεί και πάνω άρχιζε το κέντρο της Ερμιόνης. (Βεβαίως    εμείς αυτά δεν τα είχαμε προλάβει, απλώς τα είχαμε ακούσει). Το σπίτι αυτό το έχει κληρονομήσει η Ντίνα  Γκάτσου και   τελευταία πουλήθηκε σε ξένους, οι οποίοι κάθε καλοκαίρι, είναι μόνιμοι  κάτοικοι Ερμιόνης. Ποιο πάνω, ήταν ένα μικρό σπιτάκι της Μαρίνας του Δράκα και το επιπλοποιείο του Παναγιώτη Οικονόμου (Κοτσιγκιώνη). Στρίβοντας αριστερά, πηγαίνοντας για τον Ταξιάρχη, στο σπίτι του Λάμπρου Λαμπάτου, ήταν το  Μονοπώλιο που το είχε ο Μενέλαος ο Βόντας, ο πατέρας των κοριτσιών Βόντα, από εκεί ψωνίζαμε χοντρό αλάτι, σπίρτα, καθαρό πετρέλαιο, και χαρτιά της τράπουλας, (παλιές αμαρτίες από δάνεια τα οποία πληρώναμε μέχρι τότε). Συνεχίζοντας δεξιά, ήταν το καφενείο του Σαλαμανίκα και ποιο πάνω αριστερά το καφενείο του Δημήτρη Σταματίου (Ρίνας Χατζησωκράτους), αυτά τα δύο δεν τα θυμάμαι πολύ. Στη γωνία στρίβοντας για τον Ταξιάρχη, στο σπίτι του Ηλία του Φασιλή, ήταν το σπίτι και το κουρείο του Γιάγκου του Παπαβασιλείου, αδελφού του Μιχαλάκη Παπαβασιλείου (δασκάλου) και απέναντι ακριβώς μεταξύ οικίας Βελούδη και κληρονόμων Γεωργίου Μερτύρη (Σίχιση), ήταν παλιά κρασοταβέρνα και το εμπορικό των αδελφών Φραγκούλη Παναγιώτη (Χανούτης) Παύλος και Μίχος. Αριστερά από το κηπάκι του Ταξιάρχη, απέναντι από Λαογραφικό Μουσείο, ήταν παλιά κρασοταβέρνα και αργότερα τσαγκαράδικο του Μιχάλη Νάκου, αδελφού του πάτερα μου και προς τα κάτω η ταβέρνα και μπακάλικο του Μίμη του Σκλαβουνου. Επάνω από την κυρία είσοδο του Ταξιάρχη, στη πλατειούλα και αριστερά, εκεί που είναι το σημερινό Πνευματικό κέντρο της εκκλησίας, ήταν η ταβέρνα και το λιοτρίβι του Τσαούση. Μας έκανε εντύπωση αυτό, που σε ένα τοίχο  ήταν κρεμασμένο ένα δέρμα από λεοπάρδαλη. Ο δε Τσαούσης για να περιποιηθεί  τους φίλους του, έδιωχνε την Τσαούσενα από τη κουζίνα, έπαιρνε μπροστινό χοντρό κρέας (βετούλι) και έκανε το περίφημο Ερμιονίτικο καπαμά και το αυγόκοβε, επειδή ήταν ωραίος μεζές και τραβούσε κρασί. Δεξιά στο σημερινό σπίτι του Γιάννη του Σπετσιώτη, ήταν το λιοτρίβι του πατέρα του, που ήταν πολλά χρόνια ψάλτης στον Ταξιάρχη. Στη γωνία αριστερά στο σπίτι της Ήρας Βελέ - Φραγκούλη, ήταν το μπακάλικο του πατέρα της Απόστολου και ποιο πάνω το καφενείο του Μενεξή, που αργότερα ο γιος του Παντελής, είχε κάνει ταβέρνα. Μετά πηγαίνοντας προς το δρόμο για το Μοναστήρι, που εχεί κτίσει ο Παύλος Οικονόμου ένα διώροφο,  είχε το καφενείο του, από τις ωραιότερες μεριές της Ερμιόνης.
Από την άλλη πλευρά, πηγαίνοντας από το επιπλάδικο του Κοτσογκιώνη (Παναγιώτη Οικονόμου) προς την Παναγία, δεξιά μας στη γωνία ήταν ο φούρνος του Μήτσου Παναγιώτου, εμείς δεν προλάβαμε να το δουλεύει, αργότερα το είχε ο Παντελής ο Κομμάς και το εκμεταλλευόταν, είχαμε ακούσει ότι μαζί με το φούρνο του Γρηγόρη Καραγιάννη, του Διονύση του  Γκάτσου και του Μήτσου του Μερτύρη, έφτιαχναν τις γαλέτες (διπυρίτης άρτος) που έπαιρναν οι ναυτικοί μας για την Μπαρμπαριά, στον καιρό το δικό μας τις γαλέτες τις έπαιρναν από την Ύδρα, διότι και αυτή ήταν περίφημοι στην κατασκευή τους.
Ανεβαίνοντας προς την Παναγία μετά το φούρνο, ήταν το ραφείο του Κώστα του Κομμά (πατέρα της Μαντώ) και ποιο πάνω στη γωνία δεξιά το χρυσοχοείο του Δημήτρη του Νάκου, πατέρα του Λευτέρη και της Κικής, το μοναδικό τότε. Αριστερά το σπίτι του Ανάργυρου του Μερτύρη με το τυροκομείο και το λιοτρίβι. Προχωρώντας δεξιά ήταν το τσαγκαράδικο του Πάνου Μανουσάκη, βγαίνοντας στην πλατειούλα της Παναγίας αριστερά, ήταν το κρεοπωλείο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ παππού του Χρήστου Παπαμιχαήλ και δίπλα ήταν το διώροφο σπίτι της οικογένειας Ιωάννου Παπαμιχαήλ, πατέρα του Κώστα και της Αικατερίνης Ρήγα Παπαμιχαήλ, που το Ισόγειο ήταν το μπακάλικο του πατέρα τους, ο οποίος είχε ένα από τα ωραιότερα περιβόλια της Ερμιόνης.
Απέναντι από την είσοδο της Παναγίας, ήταν το καφενείο του Πολυχρονόπουλου, προχωρώντας ήταν η ταβέρνα και το χασάπικο του Μήτσου τού Οικονόμου (Νάνου), πατέρα της Κασσάνδρας, ο οποίος όταν τηγάνιζε τις συκωταριές και τα παϊδάκια, κολαζόταν όλη η Ερμιόνη. Απέναντι ήταν το μπακάλικο των αδελφών Προβελεγκάτου οι οποίοι ήταν πρόσφυγες, δεξιά ήταν η Κοινότητα Ερμιόνης και δίπλα ήταν το Καποδιστριακό, το οποίο χρησιμοποιείτο για αίθουσα δικαστηρίου και στη γωνία στο σημερινό οπωροπωλείο ήταν το ξυλουργείο του Μπάρμπα Κώστα Δεδάκη, που ήταν και αριστερός ψάλτης της Παναγίας και απέναντι αριστερά το ραφείο του Γιώργου Λίτσα, από εκεί και μετά δεν υπήρχαν μαγαζιά.
Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, από το σπίτι Κωστελένου (Καντρέβα) εκεί ήταν το καφενείο του Καντρέβα, δίπλα στο καφενείο ήταν το εμπορικό του Δαμιανού του Μέξη και το κουρείο του Αλέκου Γκόγκου, στο οποίο είχε και διάφορα ψιλικά, από εκεί θυμάμαι αγοράζαμε τις φιγούρες του Καραγκιόζη και τις κόλλες, για να φτιάξουμε τις φελάνδρες    (Αετούς)τις απόκριες, είχε και αποκλειστική πώληση των εφημερίδων, δίπλα στο κουρείο ήταν το ζαχαροπλαστείο του Θεοδώρου Κωνσταντινίδη, πατέρα του Σταύρου, ο οποίος έφτιαχνε ωραία κανταΐφια και μπακλαβάδες χρησιμοποιώντας βούτυρο γάλακτος, που το έπαιρνε από το τυροκομείο του Ιωσήφ Μερτυρη και μύριζε όλο το λιμάνι από τη νοστιμιά τους  
Συνέχεια εκεί που είναι τώρα το οπωροπωλείο, ήταν τότε το ίδιο μαγαζί του Κουτσουρελάκη, με τα ίδια προϊόντα, αναφέρω δε ότι από την καφετέρια της Σοφίας Κωστελένου, μέχρι το κρεοπωλείο του Ζαβαλάρη και από το μαγαζί του Ηλία του φασιλή μέχρι το ψαράδικο του Μπούλη (Ματθαίος), όλο το τετράγωνο αυτό ήταν Καραγιανέικο και Δεληγιανέικο. 
Μπαίνοντας αριστερά από το οπωροπωλείο για να βγούμε στη πλατειούλα, ονομαζόταν η μάνδρα του Καραγιάννη και ενδιάμεσα μέσα στη μάνδρα, ήταν ο φούρνος του Καραγιάννη, αργότερα Βλάση και το λιοτρίβι το οποίο και αυτό δούλευε με μηχανή. Mπροστά στο σπίτι σε μια εσοχή του Λάζαρου και της Μπεμπέκας Σπετσιώτη, με τη χουρμαδιά, ήταν μια ξύλινη κατασκευή (Παράγκα)και που είχε το κρεοπωλείο ο Παναγιώτης ο Καρδάσης πατέρας της Γιώτας της Καρδαση (Δέδε) σε αυτό δούλευε ως παραγιός ο Σταμάτης  ο Βλαχοδημήτρης με αμοιβή μια οκά κρέας κάθε Σαββάτο.    
Αριστερά στο παλιό σπίτι  κληρονόμων Κουτουλάκη, είχε τότε το γκαράζ ο Σπύρος ο Κουτουλάκης, ο οποίος έβαζε εκεί μέσα το μοναδικό αυτοκίνητο ταξί στην Ερμιόνη. Από εκεί πηγαίνοντας προς το φαρμακείο του Αγγέλου του Παπαμιχαήλ, ήταν το ξυλουργείο του Βασίλη και του γιού του Θόδωρου Κανέλλη και αργότερα ήταν το μπακάλικο του Αδριανού του Γκάτσου, πατέρα του Βασίλη και Κώστα Γκάτσου. (Αρχικά το  μπακάλικο ο πατέρας τους το είχε στο πατρικό του σπίτι). Στη γωνία που είναι τώρα το Σουβλατζίδικο του μάστορα ήταν ένα μικρομάγαζο, με διάφορα ψιλικά είδη – ραπτικής, τετράδια, βιβλία, του Γιώργου του Μαρμαρινού  πατέρας του Γιάννη και Ντίνας Μαρμαρινού και το ονόμαζε Μικράκι, παλαιότερα είχαμε ακούσει ότι ο Γιώργος ο Μαρμαρινός και ο Παύλος ο Φραγκούλης, με ένα Ταμπλά κρεμασμένο στο λαιμό τους με διαφορα είδη μοδιστρικής, βγαίνανε στη γύρα για να πουλήσουν την πραμάτεια τους και τους είχαν βγάλει ένα σατυρικό τραγούδι: «Ο Μαρμαρινός και ο Παύλος, βγήκανε στην πάνω χώρα,να πουλήσουν κουβαρίστρες, στρίφωμα και δακτυλήθρες, μα ο Κόσμος δεν τα παίρνει, γιατί ψήφισαν Βερδέλη» 
Στο  σπίτι που έχει φτιάξει τώρα η Λιτσα Κουτρουμπή -εγγονή του Μαρμαρινού -, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Γκάτσου (Τζίτζα), πατέρα του Φάνη και στο επάνω μέρος στη γωνία, απέναντι από τη Βίλα Λιλίκα, εκεί που είχε ένα διάστημα ο Γιαννης ο Κυριαζής το ξυλουργείο, ήταν το πατρικό λιοτρίβι του μπάρμπα Γιωργάκη του Γκάτσου, παππού του Φάνη και Μάκη Γκάτσου. - Εγώ το είχα προλάβει με τη μονή πέτρα και το αλώνι ανοικτό, την πέτρα τη γύριζε ένα άλογο και μπροστά από το άλογο ένας εργάτης με ένα φτυάρι, φτυάριζε της ελιές προς την πετρά για να τις κάνει λάσπη. Στη νότια πλευρά πίσω από εκεί που είχε η Φρειδερίκη Κοτταρά το καθαριστήριο, είναι  το πατρικό σπίτι του Ανάργυρου και της Άννας Μπαρδάκου, όπου η μητέρα τους κυρά Πίτσα και ο πατέρας τους Μήτσος Μπαρδάκος (Καλόστος), είχαν το μπακάλικο. Το – Καλόστος-  ήταν το παρατσούκλι του μπάρμπα Μήτσου, διότι οποίος έμπαινε στο μαγαζί για ψώνια, άνδρας, γυναίκα, παιδιά, η πρώτη κουβέντα ήταν καλόστους και οι Ερμιονίτες δεν θελαν και πολλά και του το κόλλησαν αυτό το παρατσούκλι.  Στη γωνία απέναντι στη Βίλα Λιλίκα, στο σημερινό σπίτι του Γιάννη Γ. Γκάτσου, ήταν το σιδηρουργείο του Μαστρονικόλα του Λουλουδάκη, πατέρα του Γιώργου Λουλουδάκη (Κουμουνδούρου) δίπλα στο ημιτελές σπίτι του Βασίλη του Νάκου προτού την οικοδομή αυτή ύπήρχε μικρό σπίτι που καθόταν ο Μανώλης ο Κοτταράς (Καραθάνος), ο οποίος είχε το χασάπικο στου Καντρέβα στο λιμάνι, εκεί που είναι η καφετέρια της Σοφίας Κωστελένου
Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, μπροστά στο Ηρώων, ήταν το καφενείο και το κουρείο των αδελφών Ανδρέα και Νίκα Βογανατση, στο καφενείο αυτό, το οποίο ήταν από τα ωραιότερα της Ερμιόνης, κεντρικό σημείο για τους καφενόβιους, για συναντήσεις και συζητήσεις, είτε τοπικές η Πολιτικές, για τα δρώμενα και λεγόμενα της εποχής. Πιο περά στο διώροφο σπίτι της οικογένειας Μειντάνης (Μπαμπόλη) στο ισόγειο, σε μία γωνία. ήταν το κουρείο του Άγγελου του Παπαβασιλείου και στο υπόλοιπο, κατά τη διάρκεια της κατοχής, το είχε ταβέρνα ο Δημήτρη Χατζηπέτρου, ο οποίος δεν ήταν Ερμιονίτης, η  καταγωγή του ήταν από την Απύρανθο της Νάξου, είχε έρθει  στην Ερμιόνη και εισέπραττε τους φόρους. Είχε δε παντρευτεί την Νότα Σπετσιώτη, οι οποία ήταν Ερμιονίτισα, αλλά κατοικούσε με τον αδέλφια  της στο Λαύριο, ήταν πολύ όμορφη και μια χρονιά είχε εκλεγεί Μις Λαύριο, απέκτησαν τρία παιδιά, την Μαριάνθη, το Γιάννη και τη Μαρίνα, έφυγαν μετά την κατοχή και εγκαταστάθηκαν στο Λαύριο, όπου ο Χατζηπέτρος εκλέχτηκε δύο τετραετίες Δήμαρχος.
Αργότερα ο Γιώργος Μειντάνης (Μπαμπόλης) έπαιζε  τερματοφύλακας στον ΕΡΜΗ, στη ταβέρνα άνοιξε ποδηλατάδικο, εκεί μάθαμε και εμείς ποδήλατο, με ένα για αρχάριους που το ονόμαζαν <Κοπρίτη>, απέναντι ακριβώς στο κρηπίδωμα της παραλίας, ήταν τα δημόσια ουρητήρια, από εκεί και πέρα ήταν χωματόδρομος, από το ύψος της σημερινής Τράπεζας Πειραιώς και μέχρι το σπίτι της οικογένειας Τράκη.
O βυθός της θάλασσας αποτελείται από βουρκο και πέτρες και μπροστά ακριβώς  από το σπίτι της οικογένειας Λάζαρου Μήτσου, κατά τον φλεβάρη και Μάρτη. όταν τα νερά έφευγαν, είχε δηλαδή φυρασιά (Άμπωτης) πηγαίναμε με ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας και σκάβαμε το βούρκο και της πέτρες και βγάζαμε αχιβάδες, που ήταν πάρα πολύ νόστιμες, ψητές στη σχάρα.       Σε κάποιο σημείο, υπήρχε και ένα μικρό λιμανάκι με πέτρες (Μανδράκι), απέναντι από το φαρμακείο της Ευγενείας της Πάλλη, εκεί που είναι η έκθεση επίπλων, ήταν το σιδεράδικο του Σταμέλου, ποίο πέρα αριστερά πάντα και στα Κυκλώπεια τείχη, ήταν το λιοτρίβι και η φάμπρικα που άλεθε σιτάρι και κριθάρι των Αδελφών Δημήτρη και Χρήστου Βοντα. Σημερινά μαγαζιά του Γιωργου Βοντα, αναφέρω δε ότι το λιοτρίβι τους και του Γιάννη του Λαδά, ήταν τα μοναδικά στην Ερμιόνη που είχαν υδραυλικό σύστημα, για να πιέζουν τα τσούλια (ειδικά φτιαγμένα για τη λάσπη της ελιάς) και δίπλα ήταν το σαμαράδικο του Σωτήρη του Παπαηλιού (Λεσόγιαννη),ο οποίος ήταν περίφημος στο πετάλωμα των οπλών των αλόγων.
Ανεβαίνοντας αριστερά στην ανηφόρα, ήταν το σπίτι του Ανάργυρου του Λεμπέση και η φάμπρικα των αδελφών Γιάννη και Αντώνη Σιδέρη, πολύ γνωστή στην περιοχή μας όπου αλέθαμε το σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, κ.λ.π. Επάνω από του Σιδέρη ήταν το μπακάλικο του Σαράντου Δημαράκη, πηγαίνοντας στο δρόμο για να βγούμε στην Παναγία, το σπίτι της οικογένειας Βοντα, που είχε και το οδοντιατρείο η Τένια  Βόντα.
Από το Βενζινάδικο του Μάνου, άρχιζε ο αμαξωτός δρόμος που πήγαινε για Κρανίδι, πιο πέρα ήταν του Κριτικού,  δίπλα στο συνεργείο αυτοκινήτων, ήταν το λιοτρίβι του Μιχάλη Οικονόμου, πατέρα του Βασίλη του οικονόμου (Οικονομολόγο), όπως είναι σήμερα το παλιό κτήριο και πιο πέρα δεξιά στο φουγάρο, ήταν το λιοτρίβι του Διαμανου Μέξη που αργότερα ο γιός του Σπύρος, το έκανε εργοστάσιο το οποίο έβγαζε τομάτες σε κονσέρβα, τότε έφτιαξε και το μεγάλο φουγάρο.                    
Από κάτω από του Μέξη προς το Βοριά, είχε και το λιοτρίβι ο Σωτήρης ο Δεδάκης, από εκεί και πέρα δεν υπήρχαν μαγαζιά, ήταν όλο αμπέλια και περιβόλια. 
Εκεί που κάθεται τώρα ο Μάκης Καραγιάννης, ήταν το καφενείο του παππού του Καρακ'κουλη και πάνω από το καφενείο στο σπίτι του Κοσμά Παπαμιχαήλ, είχε το μπακάλικο ο πατέρας του και η μητέρα του κυρά Κόλενα, και εδώ, στη κάτω γειτονιά (Μπίστι) πριν από τον Άγιο Αθανάσιο, στο πατρικό σπίτι του Γιάννη και Αριστείδη Φλεβαράκη (Χιώτη), οπού εμείς που μέναμε στη γειτονιά, ότι σόλες, ψίδια, φόλες χρειαζόντουσαν τα παπούτσια, τα πηγαίναμε στον κύρ΄ Σταύρο για να μας τα φτιάξει.
Συνεχίζοντας από το λιμάνι, στο περίπτερο σήμερα του Λευτέρη του Καρκατσάνη, ήταν η παράγκα του Διονύση του Κατζιλιέρη, που όπως είχαμε ακούσει παλαιοτέρα, ήταν φορατζίδικο, εισέπρατταν τους φόρους, ο δε Κατζιλίερης είχε και Μύλο απάνω στους μύλους, όπου το διάστημα της κατοχής δούλευε με τα πανιά και πηγαίναμε σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, για να τα αλέσει.               
Στή γωνιά, που είναι η καφετέρια του Ντάρκα, ήταν το μαγαζί του Γιώργου του Μπουρνάκη, πατέρα της Μαριάνας Βαρδινογιάννη και συνεχεία οι βενζίνες και πετρέλαια του Μιχάλη Δεληγιάννη, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας ΣΕL και αργότερα το είχε Βενζινάδικο ο Ανάργυρος Σερφας.
Ο Μιχάλης ο Δεληγιάννης, ήταν ο πρώτος πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Ερμιόνης. Εκεί στο σημερινό κτήριο του Παλυβού, ήταν μία μεγάλη αίθουσα και στη γωνία ήταν το κουρείο του Θανάση του Σαρρή και το υπόλοιπο ήταν ζαχαροπλαστείο του Παντελή Αναμερόγλου, ο οποίος ήταν πρόσφυγας και μπατζανάκης του Θεόδωρου Κωνσταντινίδη, ο οποίος έφτιαχνε ωραίες πάστες, είχε και ένα μοναχοπαίδι τον Κώστα, ένα –δύο χρόνια μεγαλύτερος μου, στο σχολείο δεν τον ήξερε κανένας με το επίθετο του, αλλά με το παρατσούκλι, ο  Κώστας ο ζαχαρομουτης, μελετημένα και ευφυέστατα τα  παρατσούκλια των Ερμιονιτών.
Ανεβαίνοντας προς τα πάνω, στο σημερινό σπίτι του Ανδρέα του Βογανάτση, ήταν  τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Κωνσταντινίδη, που και αυτός ήταν πρόσφυγας και γαμπρός του Παπαδημήτρη του Μπαρδάκου και με την εγγόνα του Μαρία Κωνσταντινίδου, ήμαστε συμμαθητές στο δημοτικό σχολείο. Τελειώνοντας την ανηφοριά, φάτσα ήταν το σπίτι και χασάπικο του Δημήτρη του Τσέλου, πατέρα του Γιώργου, Κώστα, Ανάργυρου,(Γούλη) Τάσου και Ιωάννας Τσέλου.           
 Δίπλα και αριστερά από το χασάπικο, ήταν το σιδεράδικο του Μαρουλά, πατέρα του Άγγελου και Μάκη (Κακ'ινου). Στη γωνία απέναντι από το σπίτι του Τάσου του Παπαγεωργίου (πατρικό), Ήταν ο φούρνος του μπάρμπα Διονύση Γκάτσου, αργότερα Νίκου Λίτσα.
Ανεβαίνοντας δεξιά, στο πατρικό σπίτι της οικογένειας Ντούρου, ήταν το Σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Τάσου του Ντούρου, φτάνοντας μπροστά στο Κυπαρίσσι, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Τράκη, πατέρα της Κικής, Ελένης, και Μαρίας Τράκη, μετά το καφενείο πηγαίνοντας προς την Παναγία,  καί δεξιά, στο  σπίτι της Μαλαματένιας Βόντα,  ήταν η μπακαλοταβέρνα του Μπεξή και του Θανάση του Πάτσου που ήταν συνέταιροι.
Πίσω από το ιερό της Παναγίας, το σπίτι του Μιχαλάκη Παπαβασιλείου (Δάσκαλου), στη γωνιά ήταν το κουρείο του Παναγιώτη του Φασιλή, πατέρα του Ηλία Βασίλη και κατεβαίνοντας κάτω μετά την Παναγία, ήταν το σπίτι του Άγγελου του Ζωγράφου και το σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Δημήτρη Οικονόμου, πατέρα του Πάνου και του Ανάργυρου Οικονόμου.
Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, μπροστά στο Ηρώων, ήταν το καφενείο και το κουρείο των αδελφών Ανδρέα και Νίκα Βογανατση. Στο καφενείο αυτό, το οποίο ήταν από τα ωραιότερα της Ερμιόνης, κεντρικό σημείο για τους καφενόβιους, για συναντήσεις και συζητήσεις, είτε τοπικές ή πολιτικές, για τα δρώμενα και λεγόμενα της εποχής. Πιο περά στο διώροφο σπίτι της οικογένειας Μειντάνης (Μπαμπόλη) στο ισόγειο, σε μία γωνία. ήταν το κουρείο του Άγγελου του Παπαβασιλείου και στο υπόλοιπο, κατά τη διάρκεια της κατοχής, το είχε ταβέρνα ο Δημήτρη Χατζηπέτρου, ο οποίος δεν ήταν Ερμιονίτης, - η  καταγωγή του ήταν από την Απύρανθο της Νάξου, είχε έρθει  στην Ερμιόνη και εισέπραττε τους φόρους. Είχε δε παντρευτεί την Νότα Σπετσιώτη, οι οποία ήταν Ερμιονίτισα, αλλά κατοικούσε με τον αδέλφια  της στο Λαύριο, ήταν πολύ όμορφη και μια χρονιά είχε εκλεγεί Μις Λαύριο. Απέκτησαν τρία παιδιά, την Μαριάνθη, το Γιάννη και τη Μαρίνα, έφυγαν μετά την κατοχή και εγκαταστάθηκαν στο Λαύριο, όπου ο Χατζηπέτρος εκλέχτηκε δύο τετραετίες Δήμαρχος. Αργότερα ο Γιώργος Μειντάνης (Μπαμπόλης) έπαιζε  τερματοφύλακας στον ΕΡΜΗ. Στην ταβέρνα άνοιξε ποδηλατάδικο, εκεί μάθαμε και εμείς ποδήλατο, με ένα για αρχάριους που το ονόμαζαν <Κοπρίτη>. Προς την Β.Δ. άκρη  του κρηπιδώματος της παραλίας, ήταν τα δημόσια ουρητήρια.  Από το ύψος της σημερινής Τράπεζας Πειραιώς και μέχρι το σπίτι της οικογένειας Τράκη και πέρα ήταν χωματόδρομος,
O βυθός της θάλασσας αποτελείται από βουρκο και πέτρες και μπροστά ακριβώς  από το σπίτι της οικογένειας Λάζαρου Μήτσου, κατά τον φλεβάρη και Μάρτη. όταν τα νερά έφευγαν, είχε δηλαδή φυρασιά (Άμπωτης) πηγαίναμε με ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας και σκάβαμε το βούρκο και της πέτρες και βγάζαμε αχιβάδες, που ήταν πάρα πολύ νόστιμες, ψητές στη σχάρα.       Σε κάποιο σημείο, υπήρχε και ένα μικρό λιμανάκι με πέτρες (Μανδράκι), απέναντι από το φαρμακείο της Ευγενείας της Πάλλη, εκεί που είναι η έκθεση επίπλων, ήταν το σιδεράδικο του Σταμέλου, ποίο πέρα αριστερά πάντα και στα Κυκλώπεια τείχη, ήταν το λιοτρίβι και η φάμπρικα που άλεθε σιτάρι και κριθάρι των Αδελφών Δημήτρη και Χρήστου Βοντα. Σημερινά μαγαζιά του Γιωργου Βοντα, αναφέρω δε ότι το λιοτρίβι τους και του Γιάννη του Λαδά, ήταν τα μοναδικά στην Ερμιόνη που είχαν υδραυλικό σύστημα, για να πιέζουν τα τσούλια (ειδικά φτιαγμένα για τη λάσπη της ελιάς) και δίπλα ήταν το σαμαράδικο του Σωτήρη του Παπαηλιού (Λεσόγιαννη),ο οποίος ήταν περίφημος στο πετάλωμα των οπλών των αλόγων.
Ανεβαίνοντας αριστερά στην ανηφόρα, ήταν η φάμπρικα των αδελφών Γιάννη και Αντώνη Σιδέρη, πολύ γνωστή στην περιοχή μας όπου αλέθαμε το σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, κ.λ.π.( σήμερα είναι το σπίτι του Ανάργυρου Λεμπέση καιι  αφών Στάϊκου). Επάνω από του Σιδέρη την φάμπρικα ήταν το μπακάλικο του Σαράντου Δημαράκη, πηγαίνοντας στο δρόμο για να βγούμε στην Παναγία, το σπίτι της οικογένειας Βοντα, που είχε και το οδοντιατρείο η Τένια  Βόντα.
Από το Βενζινάδικο του Μάνου, άρχιζε ο αμαξωτός   δρόμος που πήγαινε για Κρανίδι, πιο πέρα ήταν του Κριτικού,  δίπλα στο συνεργείο αυτοκινήτων, ήταν το λιοτρίβι του Μιχάλη Οικονόμου, πατέρα του Βασίλη του οικονόμου (Οικονομολόγο), όπως είναι σήμερα το παλιό κτήριο και πιο πέρα δεξιά στο φουγάρο, ήταν το λιοτρίβι του Διαμανού Μέξη που αργότερα ο γιός του Σπύρος, το έκανε εργοστάσιο με σκοπό να κονσερβοποιεί τοματοπολτό τότε έφτιαξε και το μεγάλο φουγάρο.                    
Από κάτω από του Μέξη προς το Βοριά, είχε και το λιοτρίβι ο Σωτήρης ο Δεδάκης, από εκεί και πέρα δεν υπήρχαν μαγαζιά, ήταν όλο αμπέλια και περιβόλια.
Μεταξύ κτηρίου ΟΤΕ και των σπιτιών και μαγαζιών του Ιωάννου Λαδά, στεγάζονταν  τότε επί του δρόμου η Ηλεκτρική μηχανή, που έδινε ρεύμα σε όλο το χωριό και από την άλλη μεριά προς τη θάλασσα ήταν το λιοτρίβι. Από τη πρώτη γλίστρα μέχρι τη στροφή, που περνούμε για να πάμε στο μύλο, δηλαδή όλο σχεδόν το κρηπίδωμα, εκεί που παρκάρουν τα φορτηγά και τα πούλμαν, και γίνεται η λαϊκή αγορά, είναι το Γήπεδο και ο ιστιοπλοϊκός όμιλος. Εκεί ήταν βάλτος με βούρλα και ευκαλύπτους και δεξιά στα βράχια του κρόθι, ήταν οι γούρνες που έβγαινε γλυκό νερό, το οποίο ανακατευόταν με το νερό της θάλασσας και γινόταν υφάλμυρο, εκεί πήγαιναν οι γυναίκες και έπλεναν τις λιοπάνες, χράμια, βελέντζες, κλπ. Οι γούρνες τότε ήταν σκεπασμένες, για προστασία από τη βροχή και τον Ήλιο. Κρόθι στα Αρβανίτικα θα πει Πηγή-νερου και επειδή στο σημείο αυτό έβγαινε νερό, πήρε και το βουνό αυτή την ονομασία. 
ΒΔ των σπιτιών του Λαδά, μέχρι τον ΟΤΕ και σχεδόν στο ύψος του λιμεναρχείου, ήταν όλο βούρλα και μια συστάδα από ευκαλύπτους.
Μετά το παλιό γήπεδο του Ερμή (ήταν περίπου εκεί που είναι το νηπιαγωγείο & παιδικός σταθμός) ήταν δυο-τρία πέτρινα αλώνια (εξού και η ονομασία της περιοχής), που αλώνιζαν το σιτάρι και το κριθάρι με τα άλογα, έως ότου ήρθε η αλωνιστική μηχανή γύρω στο 1939-40 και καταργήθηκαν. Δυτικά από αυτά που περιγράφω μέχρι την ανατολική μάνδρα της βίλας του Λεούση, δεν υπήρχε κανένα κτίσμα. Για να σας δώσω να καταλάβετε από τα σπίτια σήμερα της οικογένειας Λαδά και από τη Δήμητρα μέχρι το Κρόθι και τον Άγιο Μηνά, δεν υπήρχε κανένα σπίτι, αλλά χωράφια που έσπερναν στάρια και κριθάρια.
Εκεί που είναι σήμερα το Super Market Δήμητρα, ήταν μια γέφυρα. Τα περισσότερα σπίτια είχαν στέρνες και μάζευαν το νερό της βροχής. Στην Ερμιόνη μέσα, πουλούσε νερό ο Θανάσης ο Λεβέντης (Κίμινος), είχε ένα μουλάρι και στο σαμάρι αριστερά και δεξιά, είχε δύο ντεπόζιτα μικρά με κάνουλα και περνούσε τις γειτονιές και το πουλούσε. Όταν αυτός σταμάτησε τη δουλειά αυτή την έκανε ο Κοσμάς ο Βρετός (Κλοκαντούρης).
Όπως έχω αναφερθεί στην αρχή η ζωή και η κίνηση, ήταν στο βόρειο λιμάνι της Ερμιόνης, στη μικρή προβλήτα, αράζανε ψαρόβαρκες και μικρό- κάϊκα. Οι βάρκες του βαποριού, γιατί τα βαπόρια δεν πλεύριζαν στη προβλήτα, αλλά σταματούσαν στο ύψος περίπου του Μύλου και από εκεί γινόταν πάντοτε η επιβίβαση και η αποβίβαση με τις βάρκες, εκεί άραζε και η μπενζίνα του Γρηγόρη του Καραγιάννη, η οποία στη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής, έκανε τα δρομολόγια για τον Πειραιά, διότι τα βαπόρια είχαν επιταχθεί από το κράτος, για τις ανάγκες του στρατού, μεταφέροντας υλικά και εφόδια πολέμου, στο λιμάνι της Πρέβεζας.
Γιατί από εκεί γινόταν ο ανεφοδιασμός του στρατού, για το αλβανικό μέτωπο με τους Ιταλούς. Στο διάστημα της επίθεσης των Γερμανών τα περισσότερα τα βούλιαξαν τα στούκας (Γερμανικά πολεμικά αεροπλάνα). 
Στη μεγάλη προβλήτα αράζανε τα μεγάλα καΐκια, αυτά που πήγαιναν στην Μπαρμπαριά, του Απόστολου του Κατσογιώργη ο Μπαλαρμιώτης και η Αγία Μαρίνα, του Αντώνη και Γαβρίλη Γεωργίου (Σαλιάκου), του Αντώνη του Νόνη (Κολινέκα), του Κοσμέτο, του Γιάννη του Οικονόμου (Νεότσιου). Παλαιότερα πηγαίνανε στη Μπιγκάζα (Βόρεια Αφρική) με τα πανιά, αργότερα βάλανε μηχανές. Ερχόντουσαν και ξένα και αράζανε, προπαντός πολλά γρι- γρί με τις λάμπες τους με ασετιλίνη και ψάρευαν τη νύκτα στο Ερμιονικό κόλπο για αφρόψαρα και βλέποντάς τα την νύκτα από μακριά σχημάτιζαν ένα ωραίο θέαμα, κατά την περίοδο που επιτρεπόταν το ψάρεμα με τις ανεμότρατες, ερχόντουσαν και αράζανε στο λιμάνι.

Τώρα εμείς σαν μικρά παιδιά που είμαστε την εποχή αυτή, εκτός από το σχολείο, το οποίο και αυτό γινόταν μετ΄ εμποδίων λόγω του πολέμου και της κατοχής, είχαμε και τα παιχνίδια μας, ορισμένα από αυτά ήταν εποχιακά, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά με το ρόλο, περισσότερο βέβαια για μεγαλύτερους διότι παιζότανε με χρήματα, από τα Μανδράκια γινόταν ο χαμός τις ημέρες αυτές, τις αποκριές ήταν η εποχή που φτιάνανε τις φελάνδρες (αετούς), πηγαίναμε στου Γκόγκου και αγοράζαμε χρωματιστές κόλες και με καλάμια φτιάχναμε τις μάνες (βάσεις) και τις κολάγαμε στο σκελετό με αλεύρι, όταν δε υπήρχε σπάγκος, ξηλώναμε από πλεχτά μάλλινα τσουράπια (Κάλτσες) και φτιάχναμε την καλούμα. 
Το καλοκαίρι κυρίαρχο παιχνίδι ήταν το κολύμπι και στο τέλος κάναμε απολογισμό πόσα μπάνια κάναμε, διότι οι περισσότεροι κάναμε πρωί και απόγευμα και υπολογιζόντουσαν διπλά. 
Τον Σεπτέμβριο μήνα όταν όλα ήταν έτοιμα για τον τρύγο, το λιμάνι και τα Μανδράκια γέμιζαν από άδεια ξύλινα βαρέλια του κρασιού, για να τα πλύνουν να τα καθαρίσουν και να αλλάξουν όσα στεφάνια (κανάρια) είχαν καταστραφεί, αυτά τα περνάμε και παίζαμε, μαζεύαμε το ρετσίνι από  την λάσπη (την τρεμεντίνα) και φτιάχναμε τα φούσια. Παλαιότερα είχα αναφερθεί στην εφημερίδα <Ερμιονίς> και στο περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» για τα φούσια και τα κανάρια. 
Επίσης, αξέχαστα θα μας μείνουν και άλλα παιδικά παιχνίδια, το τζίτζι, το ξυλίγκι (Πίτσι), το κουκούδι, η αμπάριζα, το κρυφτό, το κυνηγητό, τα πεντόβολα, τους βόλους, το μπιζ, τη μακριά γαϊδούρα, τις σβούρες, τα καρύδια, τις ασετιλίνες, ανοίγαμε μια λακκούβα ρίχναμε λίγο νερό και μέσα βάζαμε ένα κομμάτι ασετιλίνη (ακετυλένιο), το σκεπάζαμε με ένα κουτί του γάλακτος και μία τρύπα από καρφί στο πάνω μέρος και με ένα ξύλο μακρύ με φωτιά το πλησιάζαμε στην τρυπούλα από μακριά, και αυτό πεταγόταν στα ύψη.
Ένα διάστημα μας είχε πιάσει μανία με τις λίλες, ήταν κομμάτια από σπασμένα πιάτα, ανθοδοχεία, κλπ που είχαν διάφορες ζωγραφιές , από τα εργοστάσια που τα κατασκεύαζε,  επισημαίνω δε ότι ήταν περισσότερο κοριτσίστικο παιχνίδι, τις μαζεύαμε και τις δίναμε στα κορίτσια.
 Επίσης θα πρέπει να αναφερθώ στον κλύδωνα, παραμονή της γέννησης του Ιωάννου του προδρόμου 24 Ιουνίου, πηγαίναμε στο Μπίστι και μαζεύαμε καραμπούσια και ανάβαμε φωτιές, γιατί ήταν το έθιμο να περνάμε από πάνω, επειδή από την ημέρα αυτή άρχιζαν τα μπάνια στη θάλασσα.Ένα διάστημα το έθιμο αυτό μεταφέρθηκε στο βόρειο λιμάνι, και αφού πηδούσαμε τις φωτιές, πέφταμε κατ΄ ευθεία στη θάλασσα.  Υπήρχε δε προκατάληψης ότι ο,τι αρρώστια είχαμε, θα έφευγε, προπαντός η ψώρα, εξού και το Αρβανίτικο (Σιν Γιάννη ψώρεσε) και μόλις σβήνανε η φωτιές, οι κοπέλες με ένα κανάτι νερό (Το λεγόμενο αμίλητο), γυρνούσαν στις γειτονιές δεν μιλούσαν καθόλου και μέσα στο νερό ρίχναμε ένα προσωπικό αντικείμενο το ριζικάρι, οι ποιο πολλές ρίχνανε ένα κλειδί για να ξεκλειδώσει την τύχη τους, με την ελπίδα ότι κάτι καλό θα συνέβαινε στη ζωή τους.  Εμείς που είμαστε κοντά στη θάλασσα, όλη την ημέρα και μέσα σ΄ αυτήν παίζοντας με βαρκούλες, καΐκακια και πολλές φορές μας έπιανε η μανία με τις πίλιζες, και παραβγαίναμε τίνος η πιλιζα θα κάνει τα περισσότερα πηδήματα επάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πετώντας με κόλπο μια πέτρα πλακέ, ή ένα κομμάτι από κεραμικό (κεραμιδί) ως επί το πλείστον, διότι αυτό ήταν ποιο λείο και ελαφρύ και έκανε περισσότερα πηδήματα.Πολλές φορές, παίρναμε τις σκάφες που πλένανε οι μητέρες μας τα ρούχα και τις κάναμε βαρκούλες, η ξυπολησιά έδινε και έπαιρνε, από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο δε φοράγαμε παπούτσια, γιατί όλη την ημέρα είμαστε μέσα στη θάλασσα. Το αποκορύφωμα ήταν το αρμίδι, διαλέγαμε το ποίο ίσιο και μακρύ καλάμι, το αρματώναμε με πετονιά, παράμαλλα και αγκίστρια , και από βραδύς πιάναμε καρτσινές (όστρακα) για δόλωμα και πρωί- πρωί στο Μπίτι το φέρναμε βόλτα ψαρεύοντας πέρκες, γύλους, σπάρους, φερλεκούκια, κοκωβιούς, χιβες και ότι άλλο τσίμπαγε στο αγκίστρι, απαραίτητο στη κορυφή ήταν δεμένο ένα μεγάλο αγκίστρι για τα χταπόδια. Στην τσέπη μας θα υπήρχε πάντοτε ένα κομμάτι γαλαζόπετρα, τυλιγμένο σε ένα κομμάτι πανί άσπρο, για τα θαλάμια των χταποδιών.   Πιστεύω να πήρατε μια ιδέα από την μικρή μου Παυσανιάδα που σας περιέγραψα για την αγαπημένη μας Ερμιόνη, θα συνεχίσω με γεγονότα του πολέμου και της κατοχής.

Β΄Μέρος 
Ο Μάκης Νάκος - διηγείται ιστορίες από τα χρόνια της Κατοχής στην Ερμιόνη.

Το 1940, αφού είχε προηγηθεί ο τορπιλισμός του πολεμικού πλοίου <ΕΛΛΗ>, την ημέρα της Παναγίας στην Τήνο, από ιταλικό υποβρύχιο όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων το οποίο είχε φύγει από τη Λέρο, (τότε τα Δωδεκάνησα ήταν υπό Ιταλική κυριαρχία από το 1926).   ο Γιάννης ο Μπαρδάκος (Γερμανός), μαζί με άλλους ψαράδες μετά τον πόλεμο πηγαίνανε  στα νησιά για ψάρεμα. Όταν ερχόταν στην Ερμιόνη τραγουδούσε ένα τραγούδι, που είχε ακούσει στα νησιά και είχε σχέση με το τορπιλισμό της Έλλης και έλεγε:
<Μπαμπέσικα, μπαμπέσικα την ρίξαν (την τορπίλη), οι άνανδροι φρατέλοι, βούλιαξαν το καράβι μας το δοξασμένο Έλλη >.

Η 28η Οκτωβρίου μας βρήκε στη πρώτη τάξη Δημοτικού, με δασκάλα την κυρά Σοφία τη Βαρελά, ήταν μια μουντή Δευτέρα, την ημέρα αυτή, αφού συγκεντρωθήκαμε στο προαύλιο του σχολείου για την προσευχή, μας είπαν πώς έχουμε πόλεμο και δεν θα κάνουμε μάθημα. Γύρισα στο σπίτι και η μητέρα μου με έστειλε στο βιβλιοπωλείο του κυρ Γιώργου του Μαρμάρινου, (το Μικράκι) όπως έχω περιγράψει πρωτύτερα και αγόρασα μπλε κόλες, για να βάλουμε στις πόρτες και τα παράθυρα για συσκότιση, να μην βλέπουν φώτα τα αεροπλάνα. Επιστρατεύτηκαν πολλά παλληκάρια από την Ερμιόνη και έφυγαν για το μέτωπο της Αλβανίας, διότι εκεί γινόντουσαν οι μάχες εναντίον των Ιταλών, οι οποίοι είχαν καταλάβει την χώρα  με σκοπό να επιτεθούν εναντίον της Ελλάδος. Στους Μύλους της Ερμιόνης είχε εγκατασταθεί η αεράμυνα, σε ένα φυλάκιο και με μια καμπάνα, η οποία κτυπούσε εν είδη συναγερμού, όταν έβλεπαν ύποπτα αεροπλάνα. Μάλιστα εκεί υπηρετούσε και ο Μιχαλάκης ο Δάσκαλος. Από τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα διαβάζαμε και ακούγαμε τα νέα από τον πόλεμο, τις μάχες και τις νίκες του στρατού μας και όταν κατέλαβαν οι δικοί μας την Κορυτσά στη Βόρεια Ήπειρο, έγινε ο χαμός σε όλη την Ελλάδα. Άρχισε όμως και ο χειμώνας στα βουνά της Αλβανίας, με φοβερό κρύο και χιόνια, οι στρατιώτες μας ήθελαν ζεστά ρούχα και άρχισε η "αποστολή της φανέλας του στρατιώτη".Όλες οι Ελληνίδες έπλεκαν φανέλες και κάλτσες και ότι άλλο μάλλινο πλεκτό χρειάζονταν, για να προφυλαχθούν από το κρύο και τα φοβερά κρυοπαγήματα. Στο ταχυδρομείο της Ερμιόνης, γινόταν ο χαμός από τα δέματα που έστελναν στους δικούς μας στρατιώτες. Και επειδή το σπίτι μου ήταν κοντά στο ταχυδρομείο και ο αδελφός μου μαζί με τον Μίμη τον Στανατιώτη, είχαν αντικαταστήσει στο ταχυδρομείο τους Στάθη Λίτσα και Τάσο Οικονόμου (Αδελφό του Γιάννη Τροκαντερό), γιατί είχαν πάει στο μέτωπο, μοιράζανε την αλληλογραφία στα σπίτια. Ο προϊστάμενος του ταχυδρομείου Γιώργος Κοκότης από τα Καλάβρυτα,  είχε αναθέσει στη μητέρα μου και στην αδελφή μου, πριν πάνε τα δέματα στο ταχυδρομείο  να περάσουν από το σπίτι μας, να δεθούν και να σφραγιστούν με βουλοκέρι. Έτσι, η μητέρα μου με ένα καμινέτο, έλιωνε το βουλοκέρι, το έβαζε σε ορισμένα σημεία του δέματος και το σφραγίζανε με μια  σφραγίδα, που είχε επάνω τρία γράμματα Τ.Τ.Τ. (δηλαδή Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο), γι'αυτό και οι υπάλληλοι τότε ονομαζόντουσαν "Τριατατικοί." Έτσι περνούσαν οι μέρες του πολέμου, με τους Έλληνες να έχουν πάρει φαλάγγι...  τους Ιταλούς και η μια μετά την άλλη, όλες οι πόλεις της Βορείου Ηπείρου να έχουν καταληφθεί από τους Έλληνες - Άγιοι Σαράντα, Χιμάρα, Πρεμετή, Πόγραδετς, Τεπελένι, Κλεισούρα, Αργυρόκαστρο -  με φοβερές μάχες προπαντός στον ποταμό Καλαμά (Αώος) και στα χιονισμένα βουνά, με πολλές απώλειες από τις δύο μεριές, προπαντός από τα κρυοπαγήματα, με αποτέλεσμα να τους κόβουν τα πόδια!! ...
Στην Αθήνα, παίζονται επιθεωρήσεις στα θέατρα και Σατιρίζουν τον Μουσολίνι και τους Ιταλούς, και τους αρχηγούς του, προ παντός τον γαμπρό του τον Τσίανο, ο οποίος είχε πανδρευτεί την κόρη του Εντα και ήταν υπουργός εξωτερικών και ο Μουσολίνι του Τραγουδάει :
«Αχ Τσίανο θα τρελαθώ Τσίανο, με τους τσολιάδες ποίος μου είπε να τα βάλω και η χώρα η πονεμένη, τον Ντούτσε περιμένει, μα που να τον βρει.
Η κόρη του Μουσολίνι η Έντα, είχε θαλαμηγό την «Λαούρανα» (Δαφνούλα) - την μετέπειτα Νεράιδα του Λάτση που έκανε την συγκοινωνία από Πειραιά μέχρι Σπέτσες. Από το ραδιόφωνο ακούγαμε τραγούδια σατιρικά και πατριωτικά και τα τραγουδούσαμε και παντού κυριαρχούσε το «ΑΕΡΑ», που οι στρατιώτες μας μόλις βλέπανε Ιταλούς, φωνάζανε «ΑΕΡΑ» και οι Ιταλοί γινόντουσαν άφαντοι. Εποχή άφησε το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο:
«Παιδιά της Ελλάδος, μες τους δρόμους τριγυρνάνε οι μανάδες  και ζητάνε ν΄ αντικρύσουνε, τα παιδιά τους που ορκίστηκαν στο σταθμό σαν χωρίστηκαν να γυρίσουνε, μα για κείνους που έχουν φύγει και η δόξα τους τυλίγει ας χαιρόμαστε και καμιά ποτέ μην κλάψει, κάθε πόνο της ας θάψει και ας ευχόμαστε, παιδιά της Ελλάδος παιδιά, που σκληρά πολεμάτε, πάνω στα βουνά, παιδιά στη γλυκιά Παναγιά προσευχόμαστε όλες, να’ρθετε ξανά».
Και το σατυρικό τραγούδι, κορόιδο Μουσολίνι: «Με το χαμόγελο στα χείλη, πάν οι φαντάροι μας μπροστά. Και έγιναν οι Ιταλοί ρεζίλη, γιατί η καρδιά τους δε βαστά. Θα πάρουμε τα μαντολίνα και της Κιθάρες στη γραμμή, θα μπούμε μέσα στη Αθήνα, κατά τετράδες στη γραμμή, κορόιδο Μουσολίνι, κανείς δε θα σου μείνει, εσύ και Ιταλία η πατρίς σου η γελοία, τρέμετε όλοι το χακί, δεν έχεις διόλου μπέσα και όταν θα μπούμε μέσα, ακόμα και στη Ρώμη, γαλανόλευκη θα υψώσουμε σημαία Ελληνική»
 Και ένα άλλο έλεγε:
«Εις στο Τάραντα ένα βράδυ, Αγγλικά κάναν ρημάδι και ο Παπανικολής τους σαρώνει με μια βολή και μια μπόμπα του Κατσώνη ένα πλοίο τους σαρώνει, στη Λιβύη άλλο πάλι Αγγλικά κάναν ρημάδι και οι φασίστες πούσαν κει, έτρεξαν κι ήπιαν ρακί και φώναζαν τρομαγμένοι πάμε οι φτωχή χαμένοι».
Στον κόλπο του Τάραντα ήταν ο ναύσταθμος των Ιταλών.

O Μουσολίνι παρακαλούσε τους Έλληνες και έλεγε: 
Δώστε μου λίγα λιμάνια δώσε μου και την Αθήνα δώσε μου, αχ και τον Πειραιά, δώσε μου την Ήπειρο όλη, δώσε μου και τα νησιά σου, δώσε μας και τον Πειραιά… Έτσι φθάσαμε στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά του πολέμου 40-41.            Ο ανεφοδιασμός του στρατού μας, γινόταν από το λιμάνι της Πρέβεζας, και από εκεί τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα προωθούντο στο μέτωπο. Είχαν επιταχθεί όλα τα βαπόρια, αυτοκίνητα, άλογα, μουλάρια, για της ανάγκες του στρατού μας, κάποια στιγμή από Χριστούγεννα και μέχρι Μάρτη του 41 σταμάτησαν οι επιθέσεις και οι μάχες με τους Ιταλούς, αφού την είχαν πάθει με τους Έλληνες, ήθελαν να αναδιοργανωθούν και ετοιμαστούν για την εαρινή επίθεση, όπως την έλεγαν. Όπως έχω αναφέρει, στα αλβανικά βουνά έκανε πολύ κρύο, χιόνια, βροχές, κακουχίες και τα περισσότερα θύματα ήταν από τα κρυοπαγήματα, διότι υποχρεωτικά έπρεπε να τους ακρωτηριάσουν, αλλιώς θα πέθαιναν από γάγγραινα. Υπέφεραν και από πείνα, γιατί οι Αλβανοί δεν ήταν φιλικοί μαζί μας και τα εφόδια ερχόντουσαν  δύσκολα λόγω καιρού, όταν γύρισαν από το μέτωπο τον Απρίλη του 41 έλεγαν ότι πολλές φορές έτρωγαν βαμβακόπιτα, που την είχαν τροφή για τα ζώα.     Το Μάρτη του 41 άρχισε η εαρινή επίθεση των Ιταλών, αλλά και πάλι τους πήραμε φαλάγγι και κοντεύαμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα. Βλέποντας την κατάντια τους οι Γερμανία μας κήρυξε τον πόλεμο στις 6 Απριλίου, διότι ήταν σύμμαχοι τους, οπότε έχουμε πλέον δύο μέτωπα, ένα στην Αλβανία και ένα στα σύνορα με την Βουλγαρία, στην περιοχή του Νέστου ποταμού, διότι από εκεί από τα οχυρά του Ρούπελ, έγινε η επίθεση των Γερμανών. Σε αυτά τα οχυρά υπηρετούσε τότε ο Ερμιονίτης Βασίλειος Κων/νου Νάκος του (Πράμα). Αντέξαμε 20 ημέρες,, στην τότε πανίσχυρη μηχανή του Κόσμου τη Γερμανική, στις μέρες αυτές αφού το μέτωπο της Αλβανίας είχε καταρρεύσει και οι στρατιώτες επέστρεφαν στα σπίτια τους, με ότι μεταφορικό μέσω εύρισκαν, οι περισσότεροι με τα πόδια και ένας εξ αυτών ο Ερμιονίτης Τρύφωνας Οικονόμου (Κουνούρε).  Ο Τρύφωνας είχε φτάσει από την Αλβανία οδικώς με τα πόδια,  κάπου κοντά στο Αργος, και σε μια επίθεση των Γερμανικών στούκας, σκοτώθηκε.

Στην Ερμιόνη, τις μέρες αυτές ήρθαν δύο επίταχτα Βαπόρια, το ένα το λέγανε Ολλανδία της εταιρίας Καλιμανόπουλου, περίπου 8.000 τόνων με γενικό φορτίο, το οποίο προοριζόταν για το μέτωπο της Αλβανίας και προσπαθούσαν να σωθούν πηγαίνοντας προς την Κρήτη.  Το Ολλανδία το άραξαν στο Μουζάκι, δυτικά από την σπίθα του μπουγαζιού, εκεί που είναι κάτι κάθετες σχισμές στο βουνό και το άλλο ένα πολύ μικρότερο, πάλι της ιδίας εταιρίας ο Τάσος, στον Κουταβά, κάτω από τα κτήματα του Κατσαρού, αυτό ήταν γεμάτο με βαρέλια και δοχεία  πετρέλαιο και  βενζίνα. Το Ολλανδία (θα αναφερθώ σε χρονικό άλλη φορά) ο άραξαν σε σημείο που δεν μπορούσαν να το κτυπήσουν τα στουκας, τα οποία ήταν τρομερά αεροπλάνα, καθέτου εφορμήσεως, κατέβαιναν πολύ χαμηλά αλλά εκεί μπροστά τους ήταν το βουνό, δεν μπορούσαν να φύγουν. Επί τρείς ημέρες το κτυπούσαν με βόμβες, αλλά δεν μπορούσαν να το βουλιάξουν και αναγκάστηκε το πλήρωμα ένα βράδυ, να το βουλιάξουν και να πάει στον πάτο, με όλο το εμπόρευμα που είχε, το ίδιο έγινε και με τον Τάσος στον Κουταβα, αυτό βούλιαξε με τη πλώρη και η πρύμη ήταν έξω από την επιφάνεια της θάλασσας.        Την νύκτα πριν το βουλιάξουν, έγινε το πλιάτσικο. Δεν άφησαν πετρέλαιο και βενζίνες Ερμιονίτες και άλλοι. Θυμάμαι ότι την άλλη μέρα έπιασαν πολλούς και τους έκλεισαν στο κρατητήριο του Σταθμού Χωροφυλακής, που  όπως έχω αναφέρει ήταν δίπλα στο σπίτι της Μαρίας της Τζανού -  Καρακατσάνη.     Το κτήριο ήταν ιδιοκτησία του Απάστολου  του Κατσογιώργη. Μου είχε κάνει εντύπωση, ότι είχε ένα μεγάλο παράθυρο, που το είχανε κλείσει με τούβλα και είχαν αφήσει ένα κομμάτι στο επάνω μέρος, για να φέγγει. Για πολλά χρόνια εκεί που βούλιαξαν το Ολλανδία, στο Μουζάκη, λέγαμε: Που θα πάμε για ψάρεμα; Δε λέγαμε στο Μουζάκη αλλά στο Ολλανδία, στο Τάσο και όχι στον Κουταβά. Ένα πρωί τις μέρες αυτές, αφού με τα στούκας γινόταν ο χαμός με τα πλοία, που πήγαιναν στην Κρήτη, στο μεγάλο αυλάκι στο Κρόθι, που είναι κάτω από το βιολογικό, άραξε ένα αντιτορπιλικό  γεμάτο Νεοζηλανδούς στρατιώτες, οι οποίοι βγήκαν στο σημείο αυτό και με τα πόδια ήρθαν στην Ερμιόνη, πήραν νερό και τρόφιμα και έφυγαν για την Κρήτη.  Από ότι  μάθαμε μετά, το βούλιαξαν τα στούκας στο Μηρτώο πέλαγος, ανοικτά  από τα Τρίκερι την άλλη μέρα που έφυγαν από την Ερμιόνη. Σε 20 ημέρες οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα και όλη η Ελλάδα πλέον ήταν υπό Γερμανική και Ιταλική κατοχή. Tο Μάρτη του 41 ήρθαν στην Ερμιόνη 2 Γερμανοί στρατιώτες, Αυστριακής καταγωγής, τον ένα τον έλεγαν Βίλη και τον άλλον Μπρούνο, επέταξαν  το σπίτι του Ανδρέα Πραχαλιά, πάνω από το μαγαζί και ο γιος του Άγγελος και συμμαθητής μας, τους έκανε φίλους

Ο Γερμανοί στην Ερμιόνη περισσότερο συμπεριφερόντουσαν σαν τουρίστες και ενδιαφέρονταν πολύ για τους αχινούς της θάλασσας. Μία μέρα του καλοκαιριού στο Αλατοβούνη έπιασε φωτιά και προσπαθούσαν να μαζέψουν άνδρες, για να πάνε να την σβήσουν, αλλά με τι μέσα να πήγαιναν εκεί, και ένα μέρος του κάηκε. Στο διάστημα που εκάθησαν από Μάη του 41 έως Οκτώβρη του 41 δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα, έφυγαν και ήρθαν καμιά 15 Ιταλοί, η στρατιωτική τους στολή ήταν πράσινη και φορούσαν ένα καπέλο, που στο αριστερό του μέρος είχε ένα κοκορόφτερο. Επιτάξανε το σπίτι του μπάρμπα Αποστόλη του Κατσογιώργη, όχι το διώροφο το πατρικό, αλλά το σημερινό τριώροφο, και το ονόμασαν Καζάρμα, σπίτι του στρατού, οι περισσότεροι ήσαν καλοί άνθρωποι, τους άρεσαν τα τραγούδια με τις κιθάρες, πιάσανε φιλίες με τους Ερμιονίτες, ερχόντουσαν τακτικά τις Κυριακές στις εκκλησίες, τους άρεσε το κρασί, πήγαιναν πολλές φορές στις ταβέρνες, υπήρχαν όμως και τα φασιστόμουτρα που δημιουργούσαν προβλήματα με τους ντόπιους, αλλά τι να κάναμε ήταν στρατός κατοχής και έπρεπε μερικά πράγματα να τα υποστούμε .
Θυμάμαι το Πάσχα του 42 δεν μας άφησαν να κάνουμε Ανάσταση έξω και υποχρεωτικά η Ανάσταση έγινε μέσα, φαίνεται είχαν μάθει ότι στην Ορθόδοξη Ανάσταση, γίνεται χαμός από τα βαρελότα και τα τρίγωνα, για αυτό και το απαγόρευσαν, αλλά το τι έγινε εκείνο το Πάσχα μέσα στην εκκλησία δεν περιγράφεται, είχαν κυκλοφορήσει τότε κάτι κροτίδες, σαν τις καραμέλες τσάρλεστον, είχαν μέσα πυρίτιδα και στο χαρτί ένα είδος  βούλας, σαν καψούλι, με το πέταγμα κάτω με δύναμη με το χέρι, γινόταν έκρηξη, ντουμάνιαζε από τους καπνούς η εκκλησία και  καήκανε πολλές κάλτσες και φορέματα γυναικών, οπότε την άλλη χρονιά το Πάσχα μας άφησαν οι Ιταλοί και κάναμε Ανάσταση έξω στην εξέδρα.
Γινόντουσαν και ορισμένα γεγονότα εις βάρος Ερμιονιτών τα οποία εμείς που ήμαστε μικροί τότε δεν μπορούσαμε να έχουμε γνώμη και κρίση για τα δρώμενα και λεγόμενα εις βάρος των ντόπιων.   Φαίνεται ότι το σπίτι αυτό του μπάρμπα Αποστόλη δεν τους βόλευε και μετά από κάμποσους μήνες φεύγουν και μετακινούνται στο δημοτικό σχολείο (Δημαρχείο) αφήνουν ελεύθερη τη Βορινή αίθουσα, στην οποία έκανε μάθημα η Τετάρτη δημοτικού, με δασκάλα την κυρία Κατίνα Παπαβασιλείου, οι υπόλοιπες τάξεις μοιραστήκανε και κάναμε μάθημα στο Καποδιστριακό, στην αίθουσα που μας έκανε μάθημα η κυρία Κατίνα Βρεττού.
Το Καποδιστριακό χρησιμοποιείτο και ως Δικαστήριο και για αυτό η έδρα ήταν υπερυψωμένη. Oι άλλες τάξεις κάνανε μάθημα στην εκκλησία της Παναγίτσας του λιμανιού και στο σχολείο του Συγγρού. Εκείνη την εποχή οι δάσκαλοί μας ήσαν, οι αείμνηστοι: Διευθυντής Μιχάλης Παπαβασιλείου, δασκάλες οι Κατίνα Παπαβασιλείου, Κατίνα Βρεττού, Κική Οικονόμου, και το ζεύγος Βαρελά, οι οποίοι αν και ήταν η εποχή (Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο) εμείς τους θυμόμαστε με αγάπη και απέραντο σεβασμό, ως πρώτοι διδάξαντες σε δύσκολες εποχές. Όταν οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν  στο Δημοτικό σχολείο (Δημαρχείο- Κοινοτικό κατάστημα), η πρώτη τους δουλειά ήταν να το περιφράξουν γύρω, γύρω με συρματόπλεγμα, εκεί που τώρα γίνονται οι εκδηλώσεις επάνω σε μια βάσει τοποθέτησαν ένα μυδραλιοβόλο (μεγάλο πολυβόλο) και το κυριότερο έκτισαν και μία τουαλέτα, διότι έως τότε χρησιμοποιούσαμε τις γκουλούμες, στο Κουλούρι και τη συκιά στη μπανιέρα, ή πολλές φορές στα κοντινά σπίτια .   Μέσα στο σχολείο, στην αίθουσα που ήταν χωρισμένη στα δύο με μια ξύλινη κατασκευή, στη μέση άνοιγε και γινόταν μια μεγάλη αίθουσα, για τα θέατρα που παίζαμε και για διάφορες εκδηλώσεις . Στο δυτικό σημείο οι Ιταλοί κτίσανε μια μακρόστενη κουζίνα μέσα στην οποία υπήρχε και φούρνος που τον χρησιμοποιούσαν και για τα φαγητά τους και για το ψωμί που έφτιαχναν κάθε μέρα. Την θυμάμαι πολύ καλά διότι μια μέρα παίζαμε με το Γιώργο το Νοταρά στα κάγκελα του Καραγιάννη (Πατεράκη)και μας φώναξε ένας Ιταλός, μας έβαλε μέσα στο μεγάλο διάδρομο, είχε έτοιμο ένα τενεκέ με πετρέλαιο με μια φασίνα μέσα και καθαρίσαμε όλο το διάδρομο και όταν τελειώσαμε μας πήγε μέσα στη κουζίνα μόλις είχε βγει το ψωμί, μας έδωσε από μια κουραμάνα (φραντζόλα) για αυτό θυμάμαι την κουζίνα τους επειδή όμως τα χέρια μας ήταν από πετρέλαιο, πιάσαμε την κουραμάνα με τους αγκώνες για να μη μυρίσει πετρέλαιο και πήγα τρέχοντας απέναντι στο σπίτι μου και έφαγα με βουλιμία το άσπρο ψωμί, διότι «το βλέπαμε τότε με τα κιάλια»…Η κεντρική είσοδος της καζάρμας ήταν στη βόρεια δυτική πλευρά εκεί που είναι τώρα κάτι δένδρα στη γωνία στο δρόμο που πάμε να βγούμε στο Κάβο. Στην είσοδο μέρα νύκτα υπήρχε φρουρά (σκοπός) εκεί κάθε πρωί ένα διάστημα μαζεύονταν νέοι άνδρες, αφού από την προηγουμένη μέρα τους είχαν ειδοποιήσει, με ξινιάρια τσάπες και φτυαριά και συνοδεία τους πήγαιναν στα ευκάλυπτα, την περιοχή τότε τη λέγαμε «Ιριώτικα», είχαν έρθει οικογένειες από τα Ιρια - Πολίτης, Καλιάνος και άλλοι, είχαν νοικιάσει την περιοχή αυτή από το Μοναστήρι και καλλιεργούσαν τα καλοκαίρια ντομάτες πεπόνια και έδιναν στο Μοναστήρι το γεώμορο (αποδοτικό τέλος).Θα υπολογίσουμε μια περιοχή αριστερά του δρόμου όπως ανεβαίναμε για το Μοναστήρι, μέχρι σχεδόν τα Βουλγαρέικα, η περιοχή ήταν χέρσα και όπου υπήρχε επίπεδο σημείο οι Ιταλοί έβαζαν τους άνδρες που έφερναν από την Ερμιόνη και άνοιγαν χαρακώματα, κάτι μεγάλους λάκκους 5 έως 6 μέτρα μήκος με 50-60 πόντους πλάτος και 40 πόντους βάθος, γιατί φοβόντουσαν τους συμμάχους μήπως το χρησιμοποιήσουν για αεροδρόμιο. Στο σημείο αυτό, άνετα θα μπορούσε να προσγειωθεί και να απογειωθεί ένα αεροπλάνο, ωστόσο η κατοχή καλά κρατούσε από τους Γερμανούς και Ιταλούς όμως άρχισαν οι ελλείψεις σε καταναλωτικά αγαθά, διότι πολλά αγαθά επιτάσσοντο από τα στρατεύματα κατοχής, διότι τα ήθελαν για το εαυτό τους.         
Το χρήμα είχε χάσει την αξία του, ο πληθωρισμός είχε φτάσει στα ύψη, μαθαίναμε ότι το εισιτήριο του ηλεκτρικού τραίνου, από Πειραιά στην Ομόνοια, είχε ένα εκατομμύριο δρχ. Οι συναλλαγές γινόντουσαν είδος με είδος, ή με χρυσή λίρα, στην Ερμιόνη είχαν έρθει πολύ Ερμιονίτες που έμεναν στον Πειραιά και την Αθήνα, (επιστροφή στα πάτρια εδάφη) διότι η πείνα και η δυστυχία, ήταν στις μεγάλες πόλεις.
Η συγκοινωνία γινόταν μετά καΐκια η με την Βενζίνα του Καραγιάννη, για επιβάτες και εμπορεύματα,  - ελαιόξυλα, κάρβουνα, ζαρζαβατικά, ντομάτες, πεπόνια, ότι εποχιακό  φρούτο υπήρχε, πορτοκάλια, μανταρίνια -φορτωνόντουσαν από το λιμάνι της Ερμιόνης και από το Θερμήσι  και τα Ποτόκια σε μεγάλα καφάσια και τελάρα με ψάρια στον πάγο, όλα για τον Πειραιά, η μαύρη αγορά έπαιρνε και έδινε! Εμείς στο Καστρί, εκτός από βασικά είδη, ζάχαρη καφέ που λείπανε, είχαμε το λάδι, το κυριότερο από όλα και αυτό πολλές φορές πουλιόταν μαύρη αγορά, διότι θα ήταν η χρονιά χωρίς ελαιώνα και ότι χωράφι χέρσο υπήρχε, το σπέρναμε με στάρι, κριθάρι.
Στα περιβόλια και στα μποστάνια,  καλλιεργούσαν καλαμπόκι και η μπομπότα πίτα από καλαμποκάλευρο και το πλιγούρι ή μπουλουχούρι (σπαστό σιτάρι) έδιναν και έπαιρναν ως βασικές τροφές, το καλαμποκάλευρο το έφτιαχναν ψωμί, αλλά σκέτο γινόταν πάρα πολύ σκληρό και έπρεπε να το ανακατέψουν με σιτάρι, για να τρώγεται και αυτά πολλές φορές  λόγω της μεγάλης ζήτησης δεν επαρκούσαν. Θυμάμαι μια φορά, δε μας έφτανε το αλεύρι να τηγανίσουμε τις μαρίδες, τις τηγάνισε η μητέρα μου από τη μια μεριά και όταν τις τρώγαμε, της εκάθησε ένα αγκάθι στο λαιμό και δεν μπορούσε να καταπιεί, ψωμί δεν υπήρχε και μου λέει, δεν πετάγεσαι δίπλα στην κυρά ζωή, (μητέρα του Γιώργου Νοταρά) να της ζήτησης ένα κομμάτι ψωμί κόρα, για να το φάω μήπως και φύγει το αγκάθι από το λαιμό μου.
Υπήρχαν άφθονα θαλασσινά, ψάρια χταπόδια κλπ. Διότι ένα διάστημα είχε απαγορευτεί το ψάρεμα, διότι κάθε πρωί ερχόταν ένα αεροπλάνο παλαιού τύπου με διπλά φτερά (δίπλανο ) και το είχαμε βάπτιση Καρκαλέτση και όπου έβλεπε βάρκα, έριχνε προειδοποιητικούς πολυβολισμούς, θυμίζοντας ότι υπάρχει απαγορευτικό .
Μια μέρα επί Ιταλών, η Άννα η Αρβανιτάκη, αδελφή του Κώστα που είχε το ταξί, καλή της ώρα αν ζει ακόμα στην Αμερική, όπου είχε φύγει από μικρή, είχε κλέψει ένα αντίσκηνο από την Καζάρμα και το είχε κρύψει στο κουλούρι, οι Ιταλοί έψαχναν να το βρουν σε όλα τα σπίτια της Ερμιόνης, αλλά η Άννα και το αντίσκηνο είχε εξαφανιστεί. Όταν πήγα μια χρονιά στην Αμερική να επισκεφτώ την αδελφή μου, που και αυτή είχε φύγει από μικρή, την πήρε στο τηλέφωνο, γιατί έμενε σε άλλη πόλη της Καλιφόρνιας και λέω στην αδελφή μου μόλις τελειώσεις την ομιλία, δώσε μου την χωρίς να της πεις ότι είμαι εδώ, ούτε το όνομα μου.  
Πράγματι μόλις τελείωσε μου την έδωσε και εγώ άρχισα να της σιγοτραγουδώ ένα σατυρικό τραγούδι, που είχε κυκλοφορήσει εκείνο τον καιρό για κάποια πρόσωπα της Ερμιόνης και της θύμισα το αντίσκηνο που είχε κλέψει από τους Ιταλούς, αυτή τρελάθηκε και μου έλεγε συνεχώς, βρέ ποίος είσαι που μου θύμησες αυτά τα γεγονότα, που έχουν γίνει πριν 52 χρόνια στην Ερμιόνη, όταν της είπα ποίος είμαι, γιατί ήμαστε φίλοι με τον μικρό της αδελφό τον Ανάργυρο (Νάργο), που είναι και αυτός στην Αμερική, Βρέ διάβολε που τα θυμήθηκες όλα αυτά και μετά με ρωτούσε για ορισμένα πρόσωπα που θυμόταν από την Ερμιόνη και άλλα γεγονότα πρόσφατα από το Καστρί.
Εκείνοι που υπέφεραν πολύ από τη πείνα στην περιοχή μας, ήσαν οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες, φορτώνανε τα καΐκια από τα υπάρχοντα τους μέχρι και κουφώματα από τα σπίτια τους ξηλώνανε και τα έφερναν στην Ερμιόνη και τα πουλούσαν για μια οκά λάδι ή μισή οκά ρύζι, από την Ολλανδία. Το καλοκαίρι του 1943 έγινε και το γεγονός της αυτοκτονίας του Μπρούνο Φαρίνα, ενός Ιταλού στρατιώτη που υπηρετούσε τότε στα στρατεύματα κατοχής στην Ερμιόνη.                                             
Οι Ιταλοί καθίσανε στην Ερμιόνη από τον Οκτώβριο του 1941 μέχρι 8-10 Σεπτεμβρίου του 1943, τότε έγινε η συνθηκολόγηση των Ιταλών με τους Συμμάχους, οπότε ξυπνάμε ένα πρωί τις μέρες αυτές και η Καζάρμα είχε λεηλατηθεί, δεν υπήρχε τίποτα μέσα και οι Ιταλοί είχαν γίνει Λούηδες, διότι φοβόντουσαν τους Γερμανούς, αν τους έβρισκαν θα τους σκότωναν, μερικοί έμειναν στην περιοχή τη δική μας και με τη βοήθεια μας τους δώσαμε και πολιτικά ρούχα, τους κρύψαμε και όταν τελείωσε ο πόλεμος φύγανε για την Πατρίδα τους, οπότε και η Ερμιονίδα έγινε πλέον ανταρτοκρατούμενη, διότι οι Γερμανοί δεν είχαν στρατιώτες να στείλουν για φρουρά, γιατί είχαν ανοίξει πολλά μέτωπα και οι αντάρτες λύνανε και δένανε, είχαν επιτάξει το ισόγειο σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου, το σημερινό εστιατόριο του Σπυρανδρέα και το είχαν φρουραρχείο.
Το Ε.Λ.Α.Ν το ναυτικό τμήμα του ΕΑΜ, είχε επιτάξει ένα Κοιλαδιώτικο γρήγορο καΐκι πρώην ανεμότρατα, χωρίς κατάρτι και ένα μυδραλιοβόλο στην πλώρη, με ορισμένα τσουβάλια άμμο, που προστάτευαν τον πυροβολητή, το οποίο το είχαν ονομάσει πειρατικό και έκανε δολιοφθορές στα επίτακτα καΐκια των Γερμανών, που περνούσαν ανοικτά από την Ζούρβα (Ύδρα) με προορισμό την Κρήτη.

Στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών, ήσαν και πολλοί Ερμιονίτες, και αρχηγός ήταν ο Τάσος Κακαβούτης, γεωπόνος το επάγγελμα, όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας. Είχε διοριστεί από το Κράτος, στην επαρχία τη δική μας και η διαμονή του ήταν στην Ερμιόνη. Ο πόλεμος και η κατοχή τον βρήκε στα μέρη τα δικά μας και στη οργάνωση ήταν το Α και το Ω με λίγα λόγια έλυνε και έδενε. Ένα πρωί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, βλέπουμε αραγμένο στο «Μαντράκι  του Τροκαντερό», ένα υδροπλάνο. Πολύ κόσμος μεγάλοι  και παιδιά  χαζεύαμε το γεγονός και από ότι μάθαμε την νύκτα, κάπου στο μπουγάζι, πετάγανε κόκκινες φωτοβολίδες, χωρίς να ξέρουμε τι συνέβαινε εκεί. Στο σημείο αυτό πήγε το καΐκι του Νίκου του Μαρόγιαννη (Τσουλή) και άλλα μικροκάικα το ρυμούλκησαν και σιγά -σιγά το έφεραν στα «Μαντράκια», διότι είχε μείνει από καύσιμα. Το τι γινόταν μέσα στο υδροπλάνο δεν ήξερε κανείς τίποτα, θα το μαθαίναμε όμως σε λίγο, διότι κάποια στιγμή κατά τις 11 ώρα προσθαλασσώνεται στα «Μαντράκια» ένα άλλο υδροπλάνο, όχι όμως σαν αυτό που ήταν αραγμένο στον Τροκαντερό. Αυτό ήταν αεράκατος, δηλαδή δεν είχε βάρκες στα φτερά του, αλλά όλη η άτρακτος έπλεε πάνω στο νερό. Σιγά - σιγά ζύγωσε κοντά του, αλλά δεν μπορούσε να πιάσει  δίπλα και έτσι ήλθε και άραξε εκεί  που είναι το σπίτι της Ανθούλας Δουρούκου - Λαζαρίδου. Πέταξε ένα μεγάλο παλαμάρι από χονδρό σχοινί, αλλά δεν είχαν που να το δέσουν, οπότε ο πατέρας της Ανθούλας ανοίγει την αυλόπορτα, όπως είναι σήμερα, γιατί μέσα στην αυλή υπήρχε ένας μεγάλος φοίνικας, οπότε δένουν την άκρη γύρω από τον φοίνικα και αρχίζουν να βγάζουν από αυτό πού ήταν αραγμένο στο Τροκαντερό, φορεία με τραυματίες και να τους μεταφέρουν στην αεράκατο. Αφού τελείωσαν  πέταξαν και μια μεγάλη μάνικα και έδωσαν καύσιμα στο υδροπλάνο, το οποίο έφυγε πρώτο και  μετά ετοιμάστηκε να φύγει το άλλο, αφού έβαλε εμπρός τις μηχανές και είχε αρχίσει να απομακρύνεται, ήταν όμως ακόμα δεμένο στο φοίνικα, το σχοινί είχε τεντωθεί και αυτοί φώναζαν να το λύσουν, οπότε εκεί ήταν ο Μήτσος ο Μήτσου και φώναζε τον πατέρα της Ανθούλας,  να του δώσει ένα μαχαίρι να κόψει το σχοινί, πράγματι ο μπάρμπα Νίκος του έφερε το μαχαίρι, αλλά ο Μήτσος δεν πήγε να το κόψει από τον φοίνικα, αλλά έτρεξε στην άκρη της παραλίας  και από εκεί το έκοψε…  και η αεράκατος έφυγε.
Ο Μήτσου πήρε το σχοινί από την άκρη της παραλίας, έως τον Φοίνικα που ήταν δεμένο, ήταν μια έξυπνη κίνηση, διότι καρπώθηκε όλο το σχοινί για τον εαυτό του. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι οι Γερμανοί στην Τσακωνιά είχαν δώσει μάχη, με τους αντάρτες της περιοχής και είχαν τραυματίες τους οποίους μετέφεραν με το υδροπλάνο στον Πειραιά, ήταν και αυτό το γεγονός αξέχαστο και γι’αυτο σας το περιέγραψα.
Όπως έχω αναφερθεί η Ερμιονίδα ήταν όλη ανταρτοκρατούμενοι, πολλές φορές ερχόταν και τακτικός στρατός ανταρτών στην Ερμιόνη, διανυκτέρευαν στο Δημοτικό Σχολείο και στο Σχολείο του Συγγρού. Η οργάνωση έκανε διάφορες  συγκεντρώσεις, με ομιλίες για το κόμμα και την οργάνωση, στα μικρά παιδιά (Αετόπουλα),  γινόταν διαφώτισης για τα δρώμενα. Στο Καρακάσι  υπήρχε φρουρά ανταρτών και Λαϊκό Δικαστήριο, για αυτούς που ήσαν αντίθετοι με τις ιδέες τους και ήταν Γερμανόφιλοι.
Μαθαίναμε και ακούγαμε ότι γινόντουσαν έκτροπα με θύματα, ευτυχώς εμείς στην Ερμιόνη δεν είχαμε τέτοιες περιπτώσεις. Μια φορά θυμάμαι, είχαν πιάσει μια οικογένεια από την Ερμιόνη και τους μετέφεραν στο Καρακάσι  και τους κρατούσαν, να τους περάσουν από Δικαστήριο και μετά δεν ξέραμε τι θα τους έκαναν. Όμως ξεσηκώθηκε όλη η Ερμιόνη και ανέβηκε στο Καρακάσι με τα πόδια, (δεν έμεινε κανένας στην Ερμιόνη) και απαίτησαν από τους αντάρτες να τους αφήσουν ελεύθερους και αναγκάστηκαν να το κάνουν.

Αυτοί ήσαν  οι Ερμιονίτες σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, 
γι’αυτό δεν είχαμε θύματα στην περίοδο αυτή.
Όπως έχω αναφερθεί, εμείς μικρά παιδιά, δεν είχαμε κρίση και γνώμη, απλώς ακούγαμε τα λεγόμενα τους, άλλοι μεγαλύτεροι από εμάς ήξεραν να κρίνουν, ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Οι Γερμανοί τα ήξεραν όλα το τι γινόταν στην Ερμιονίδα, διότι είχαν τους δικούς τους ανθρώπους, που τους έδιναν τις πληροφορίες, π.χ.  το τι είχε συμβεί τις ημέρες των εορτών 1943-44, με τα δέματα και τα τρόφιμα. Κι’ ακόμα,  ένα πρωί ταυ Απρίλη του 1944 θυμάμαι πολύ καλά, ήταν εβδομάδα του Λαζάρου δεν θυμάμαι ποια, πάντως Πάσχα θα κάναμε 16 Απρίλη πρωί –πρωί, από σπίτι σε σπίτι από στόμα σε στόμα, συζητείτο ότι έρχονται οι Γερμανοί. Πράγματι, από μακριά (από τα Τσελεβίνια), ακουγόταν ο βόμβος των μηχανών των πολεμικών πλοίων, που ερχόντουσαν στην Ερμιόνη και ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Έτσι, ότι ενοχοποιητικό στοιχείο υπήρχε από τα δέματα κάηκε στη γωνιά – στο τζάκι. Τα σπίτια κλειδώθηκαν τα περισσότερα και ο κόσμος όπου φύγει – φύγει. Οι Γερμανοί  ζώσανε την Ερμιόνη, από το λιμάνι και από τα Ευκάλυπτα στην παραλία  των Αγ. Αναργύρων. Πέφτανε πυροβολισμοί, πέφτανε και φωτοβολίδες που ρίχνανε για σήματα δικά τους. Οι αντάρτες είχαν φύγει και είχαν κρυφτεί στο Ασπροβούνι. Στη συνέχεια πιάσανε ομήρους και τους κρατούσαν  στο καφενείο των αδελφών Βογανάτση και το ζαχαροπλαστείο του Παντελή του Αναμερλόγλου. Ό,τι σπίτι κλειστό υπήρχε, σπάσανε τις πόρτες και έγινε το σχετικό πλιάτσικο, γιατί μαζί με τους Γερμανούς ήταν και δικοί μας Γερμανοτσολιάδες. Φτάσανε μέχρι την «Αυλώνα» αλλά δεν προχώρησαν ποιο πέρα. Κάθισαν μέχρι την νύκτα και αφού ελευθέρωσαν τους ομήρους που είχαν πιάσει, γιατί φοβόντουσαν τους αντάρτες μήπως και τους στήσουν ενέδρα, αποχώρισαν. Εν τω μεταξύ, κάψανε και μερικά σπίτια και πρώτο του Δημήτρη Σταματίου, το σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου (Δασκαλίνας),(σημερινό ξενοδοχείο Γιάννη Γεωργίου), γιατί το είχαν επιτάξει οι αντάρτες και το είχαν κάνει φρουραρχείο. Το σπίτι του Απόστολου του Κατσογιώργη σημερινό τριώροφο, διότι οι Ιταλοί το είχαν Καζάρμα και στα «Μαντράκια» κάψανε το σπίτι της Ερινάκης Παπαδογιανάκη, γιατί από εκεί μοιράστηκαν τα δέματα με τα Χριστουγεννιάτικα δώρα που κατάσχεσαν οι αντάρτες από το επίτακτο καΐκι που προορίζονταν για τους Γερμανούς της Κρήτης.
Επίσης το σπίτι του μπάρμπα Βασίλη του Κανέλη (Μητσαίων ) διότι εκεί καθόταν ο Τάσος  Κακαβούτης, πολιτικός καθοδηγητής της οργάνωσης και  το λιοτρίβι των αδελφών Δημήτρη και Χρήστου Βόντα. Στην άκρη του περιβολιού του Γιάννη του Παπαμιχαήλ (πατέρα της Αικατερίνης Παπαμιχαήλ – Ρήγα) μια μεγάλη αποθήκη (Σημερινό  Super Market Δήμητρας που μέσα είχε την αλωνιστική μηχανή και  φύγανε αργά τη νύκτα, ευτυχώς χωρίς άλλο παρατράγουδο με τους αντάρτες.
Απ΄ ότι μου είπε η Μαρίκα Κανέλη - Τουτουτζή το σπίτι το κάψανε στις 6 Απριλίου 1944 επομένως, καλά εγώ είχα υπολογίσει εβδομάδα του Λαζάρου διότι Πάσχα θα κάναμε στις 16 Απριλίου 1944.
Στις 7/6/44 ημέρα της Αγίας Τριάδος, οι Γερμανοί ξανάρθαν οργανωμένοι για να κάνουν εκκαθαρίσεις από τους αντάρτες, αφού είχαν ειδοποιήσει με προκηρύξεις  που είχαν ρίξει από ένα αεροπλάνο που το είχαμε  ονομάσει 'Καρκαλέτση", ο κόσμος να μη φύγει  αυτές  τις ημέρες από τα σπίτια του, διότι εάν τους έβρισκαν εκτός, θα τους πυροβολούσαν, έτσι αναγκαστικά ο κόσμος δεν έφυγε, αυτοί πού έφυγαν ήσαν οι αντάρτες από όλη την Ερμιονίδα και πήγαν στην Τσακωνιά.
Oι Γερμανοί πιάσανε ομήρους στην Ερμιόνη, τους βάλανε μπροστά και τράβηξαν με τα πόδια προς το Κρανίδι, φοβούμενοι επίθεση από τους αντάρτες. Eίχαν πιάσει και τον αδελφό μου το Βασίλη, αλλά στο δρόμο κάπου στην Αυλώνα τον έπιασε ελονοσία, (θέρμες) του έδωσαν κάτι χάπια που τα έλεγαν  αντεπρίνες  και τον άφησαν και έφυγε και γύρισε στην Ερμιόνη.  
Τις ημέρες αυτές, έκαψαν το σπίτι και το μπακάλικο του Μήτσου του Μπαρδάκου (Καλώστο), πάτερα του Ανάργυρου και της Άννας Μπαρδάκου, γιατί είχαν βρει μέσα στο σπίτι ένα όπλο, μέσα στο σπίτι ρίξανε μια κίτρινη σκόνη, ακολούθως έριχναν μια φωτοβολίδα  και σε μισή ώρα όλα γινόντουσαν στάχτη, τους ομήρους τους κράτησαν λίγες μέρες και μετά τους άφησαν ελεύθερους.
Από το Κρανίδι κάνανε τις επιχειρήσεις, πιάσανε τον Κακαβούτη στην Ύδρα από προδοσία, αλλά μυστήριο ήταν γιατί ο Κακαβούτης κρύφτηκε στην Ύδρα και δεν έφυγε μαζί με τους αντάρτες στην Τσακωνιά. Τον έφεραν στην Ερμιόνη και μετά στο Κρανίδι, όπου μαζί με τον Πέτρου από τους φούρνους, τους κρέμασαν στην πλατεία, μάλιστα για τον Κακαβούτη λένε, ότι επειδή ήταν γεροδεμένος, όταν τον ανέβασαν στην καρέκλα για να τον κρεμάσουν, η καρέκλα έσπασε, τότε είπαν ότι αν έσπαγε δεύτερη φορά, θα του χάριζαν τη ζωή.
Είχαμε και στην Ερμιόνη  θύματα από τους Γερμανούς. O πρώτος ήταν ο Αδριανός ο Βιρβιλης, παλαιότερα τον είχαν πιάσει στο Μετόχι με την κατηγορία ότι είχε διασυνδέσεις με Εγγλέζους, διότι στο Μετόχι  ερχόντουσαν τη νύκτα τα υποβρύχια και έβγαζαν έξω Σαμποτέρ. Tον πήγαν στις φυλακές της Κορίνθου όπου και πέθανε, από τα βασανιστήρια. Τον Γιάννη τον Ταρούση (Κουζούμη) τον έπιασαν στα Λεμονάδικα, (ήταν σύνδεσμος της οργάνωσης), τον είχαν όμηρο  και τον εκτέλεσαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με άλλους 200σους.
Με τις εκκαθαρίσεις που έκαναν μετά τον Κακαβούτη, πιάσανε και τους αδελφούς Νίκο και Μόδεστο (Τάκη) Ντούρου στην Ύδρα, διότι εργαζόντουσαν στη Μητρόπολη, ο δε Νίκος ήταν φοιτητής Νομικής. Τους έφεραν στη Ερμιόνη και  μετά στο Κρανίδι, για να τους κρεμάσουν. Οπότε επεμβαίνει ο δεσπότης (Προκόπιος Καραμάνος) ένας επιβλητικός άνδρας και ζητάει από τον επικεφαλής να μην κρεμάσει τους Ντουρέους, αλλιώς να κρεμάσει και αυτόν. Ο Γερμανός πράγματι του υποσχέθηκε ότι δε θα τους κρεμάσει, αλλά θα τους πάρει ομήρους στη Γερμανία έτσι και έγινε. Αλλά για κακή τους τύχη, μεταφερόμενοι από το Ναύπλιο στην Αθήνα, το τραίνο διανυκτέρευσε στην Κόρινθο και τους μετέφεραν μαζί με άλλους  στο στρατόπεδο Κορίνθου, για να φύγουν την άλλη μέρα το πρωί. Όμως την νύκτα αυτή λίγο έξω από το στρατόπεδο στα «Εξαμήλια», δόθηκε μια μάχη και οι Γερμανοί είχαν θύματα, τότε έρχονται στο στρατόπεδο και όσοι όμηροι ήσαν μέσα εκτελέστηκαν μαζί και οι αδελφοί Ντούρου για αντίποινα. Το μνημείο με τα ονόματα των εκτελεσθέντων βρίσκεται όπως στρίβουμε αριστερά, πηγαίνοντας για τα Ίσθμια 200 μέτρα κάτω από την Εθνική οδό. Ο άλλος αδελφός Γιάννης Ντούρος (καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού) ο οποίος ζει είχε φύγει και αυτός για την Τσακωνιά και έτσι γλύτωσε. Και τελευταίος ήταν ο Γιώργος ο Σκούρτης (Πανουργιάς) είχε καταταχτεί στο αντάρτικο και τον έπιασαν οι Γερμανοί στις Σπέτσες και τον εκτέλεσαν. Συνολικά εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 5 (πέντε) Ερμιονίτες.      
Μετά τις επιχειρήσεις αυτές οι Γερμανοί έφυγαν και επανήλθαν οι αντάρτες στην Ερμιονίδα  συνεχίζοντας τα αντίποινα, ήταν πλέον καλοκαίρι του 1944 και οι Γερμανοί είχαν πάρει την κάτω βόλτα. Στον Πειραιά γινόντουσαν σφοδροί βομβαρδισμοί από τα συμμαχικά αεροπλάνα, - να φανταστείτε ότι από το «Αλατοβούνι» και «Αδέρες» διακρίναμε στο βάθος τις ανταύγειες από τις εκρήξεις των βομβών. 
Πέρασε και αυτό το καλοκαίρι του 44, στις αρχές Οκτωβρίου ήρθε στο λιμάνι ένα καΐκι ξένο και απάνω στην κουβέρτα είχε  ένα τζιπ στρατιωτικό, με δύο εγγλέζους στρατιώτες, διότι στο Πόρο είχαν αποβιβαστεί Εγγλέζοι στρατιώτες. Βγάλανε το τζιπ από το καΐκι στο λιμάνι και έφυγαν προς το Κρανίδι, μετά από 10 ημέρες περίπου οι Γερμανοί έφυγαν και όλη η Ελλάδα ήταν ελεύθερη πλέον.
Δυστυχώς όμως μεσολάβησαν τα Δεκεμβριανά και ο αδελφοκτόνος πόλεμος, με τα τραγικά αποτελέσματα. Στην Ερμιόνη τις μέρες αυτές, συγκεκριμένα παραμονή των τριών Ιεραρχών, 31 Ιανουαρίου 1945 ο Γιώργος ο Σαρρής, (Κουνάνας) ο αδελφός του Μερκούρης, (Στούμπος) καθόντουσαν  τότε στο ισόγειο σπίτι του μπάρμπα Γιάννη του Σαρρή (Τόκου), ο αδελφός μου και εγώ 12 χρονών, μπήκαμε στη βάρκα του Τόκου στο Μισούρι όπως το λέγανε και πήγαμε στο Αλατοβούνι, στο αυλάκι που είναι αριστερά από τη σκάλα του μεταλλείου, που φόρτωναν τα βαπόρια το μετάλλευμα, για να μαζέψουμε ξύλα για τη γωνιά, γιατί εκεί είχε ξερά ξύλα από Βένια και σχοίνα  κούτσουρα. Αφού γεμίσαμε τη βάρκα φτάσαμε στο Μανδράκι του Αντώνη του Κυπραίου, όπως έχω περιγράψει και άρχισε το ξεφόρτωμα και τα κουβαλάγαμε στα σπίτια μας.
Όταν κάποια στιγμή βλέπουμε εν μεγάλο καΐκι τρεχαντήρι, με ένα πολυβόλο στην πλώρη, στο ύψος του μήλου στο Κρόθι. Εκεί ψάρευε για χταπόδια ο μπάρμπα Κυριάκος ο Παπακυριακού με το υιό του Γιάννη στο γυαλί και τον ίδιο στα κουπιά, σταμάτησε δίπλα τους και τους ρωτάει εάν ήσαν αντάρτες στο χωριό και απάντησαν ότι είχαν φύγει. Αυτός τους δένει και ερχόντουσαν μαζί για να αράξουν στην άκρη του λιμανιού. Εμείς εν τω μεταξύ συνεχίζαμε να μεταφέρουμε τα ξύλα στα σπίτια μας και από το Μπίστι ερχόταν ένας αντάρτης οπλισμένος, (Ερμιονίτης την καταγωγή, με όπλο και σφαίρες χιαστί στο σώμα του. Σταματάει σε μια πασχαλιά που ήταν κάτω από το υπερυψωμένο, (με το πεύκο όπως είναι σήμερατο Γιοτ – Καφέ) μπροστά στο σπίτι του Αντώνη του Κυπραίου (Βεβαία σήμερα η πασχαλιά δεν υπάρχει στο σημείο αυτό) και  ταμπουρώνεται στη Πασχαλιά κι’  όλα αυτά μπρός στα μάτια μας κι’ αρχίζει να πυροβολεί το καΐκι, που ήταν μπρός το λιμάνι. (Εμείς κάπου εκεί κρυφτήκαμε διότι φοβηθήκαμε). Φεύγει από την πασχαλιά ανεβαίνει αριστερά το τσιμεντένιο δρόμο, στρίβει δεξιά στη μάνδρα της δασκαλίνας, (Παπαδοπούλου) φτάνει στο τυροκομιό του Ιωσήφ του Μερτύρη και βγαίνει στο στενό μεταξύ Πραχαλιά και Τάγκαλου. Από το καΐκι δεν κατάλαβαν την πρώτη φορά από πού έπεφταν οι πυροβολισμοί, μετά τον είδαν στο στενό γιατί και αυτός άρχισε να πυροβολεί, αυτοί αρχίζουν με το πολυβόλο τις ριπές και προς στιγμή έγινε χαμός! Λύνουν τους κάβους του καϊκιού, κάνουν ανάποδα τη μηχανή λύνουν και τη βάρκα, που ήταν δεμένη πίσω τους και φεύγοντας ρίχνουν μια ριπή επάνω στον μπάρμπα Κυριάκο (Καράβι) και τον σκοτώνουν.  
Κάπου πήγαν και σταμάτησαν στο νησάκι, εκεί πήγαν με ένα καΐκι από την Ερμιόνη μια επιτροπή με λευκή σημαία, για να τους εξηγήσουν ότι πράγματι δεν υπήρχαν αντάρτες στη Ερμιόνη, αυτοί μπαίνοντας συνάντησαν τον Καράβι που ψάρευε χταπόδια και τους ρώτησαν αν υπήρχαν αντάρτες και ο καράβι τους είπε ότι το πρωί που έφυγαν δεν υπήρχαν,  καπετάνιος ήταν κάποιος ονόματι καπεταν Νικόλας, από τις αντίπαλες ομάδες, το κακό όμως δυστυχώς έγινε, όλα αυτά μας τα διηγήθηκε ο γιός του μπάρμπα Κυριάκου ο Γιάννης.Στο Ναγκασάκι δεν είχε τα θύματα που είχε η Χιροσίμα, διότι το Ναγκασάκι είχε πολλούς λόφους και προφυλάκτικε από το οστικό κύμα, την ημέρα αυτή, 9 Αυγούστου του 1945. Aπoβραδύς  είχε έρθει στην Ερμιόνη το καΐκι του μπάρμπα Αποστόλη Κατσογιώργη το Αγία Μαρίνα, φορτωμένο με σύκα και σταφίδες. Διανυχτέρεψε  στην Ερμιόνη και το πρωί έφυγε για τον Πειραιά. Κάπου έξω από την Άγια Μαρίνα της Αίγινας, κοντά στον «Τρούλο» πέφτει επάνω σε βυθιζόμενη νάρκη, υπόλειμμα των Γερμανών και το καΐκι ανατινάσσεται στον αέρα  παρασύροντας στο βυθό τον υιό του μπάρμπα Αποστόλη τον Τάκη και τον Γιώργο Τσούκα (Πατατέλο) Σώθηκε ο Μήτσος ο Μήτσου και ο Γιάννης ο Φλεβαράκης που ήταν πλήρωμα.Την ημέρα  αυτή οι καμπάνες της Ερμιόνης, κάποια στιγμή κτυπάγανε χαρμόσυνα που έληξε ο πόλεμος στην Άπω - Ανατολή, και μετά πένθιμα για τον χαμό των παλληκαριών που χαθήκαν. Ο Μήτσος ο Μήτσου ήταν εκείνος που την ημέρα των Θεοφανείων το 1942 λόγω της κατοχής, - όρεξη δεν είχε κανένας για παράτες και στολισμούς στις βάρκες για το γυάλα γυάλα. Την  ώρα που ο παπαΔημήτρης Μπαρδάκος και ο ΠαπαΜιχαλάκης Νάκος ήταν έτοιμη να ρίξουν το Σταυρό και την Παναγία με κορδέλα, φώναξε, όχι παπά μου να χαλάσουμε το έθιμο και έπεσε ο ίδιος με τα ρούχα και έπιασε το Σταυρό και την εικόνα. Αξέχαστο θα μου μείνει γιατί είχα ντυθεί παπαδάκι και βαστούσα το εξαπτέρυγο και τα είδα και τα άκουσα διότι ήμουν επάνω στην εξέδρα που ρίχνουν το Σταυρό Είχε όμως άδοξο τέλος, όταν την ημέρα του Αγίου Γεωργίου, άφησε την τελευταία του πνοή, ακουμπώντας σε ένα ευκάλυπτο πίσω από τα γκολπόστ του γηπέδου, επειδή ο Ερμής την ημέρα αυτή  έπαιζε με το Κρανίδι και είχε φάει ένα γκολ. Από την αγωνία να ισοφαρίσει η ομάδα μας η καρδιά του δεν άντεξε! Είχε γλυτώσει από την Αλβανία που είχε στρατευθεί, είχε γλυτώσει από τον βομβαρδισμό του Πειραιά στα «Λεμονάδικα», με το καΐκι και από το ναυάγιο του Αγία Μαρίνα στην Αίγινα και το τυχερό του ήταν να πεθάνει στο Γήπεδο. Τον έκλαψε όλη η Ερμιόνη. Εγώ εδώ έφτασα στο τέλος, διότι το Σεπτέμβρη του 1946 έφυγα για την Αθήνα και δεν ήξερα πολλά πράγματα για τα δρώμενα της Ερμιόνης, ότι έχω αναφέρει στις σελίδες αυτές δεν είναι φαντασίες, ούτε μυθιστόρημα, πρόσωπα, πράγματα, τοποθεσίες, γεγονότα, ημερομηνίες, είναι πραγματικά, όσοι ζουν στην ηλικία μου πρέπει να τα θυμούνται και ότι έχω παραλείψει,  ας τα συμπληρώσουν, πολλοί νεώτεροι από έμενα, δεν είναι δυνατόν να τα ξέρουν, όμως διαβάζοντας θα πάρουν μια ιδέα της εποχής αυτής 1940-1946.

Ευχαριστώ τον Αλιβάνιστο που θα τα αναρτήσει  στο ιστολόγιό του.

                                            Με αγάπη Μάκης Νάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια: