Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

«ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ »


Παραθέτουμε αυτούσια την ομιλία του αγαπητού μας συμπατριώτη, αντιπροέδρου του  «Ερμιονικού Συνδέσμου» Γιώργου Φασιλή Αντιπτεράρχου ε.α.  με θέμα: «Το χρονικό μιας τραγωδίας. Η υποδοχή των προσφύγων του 22 και η ζωή τους στην Ερμιόνη»

Στην εκδήλωση  αυτή που ήδη αναφερθήκαμε,  ο  κ. Γ. Φασιλής  στην ομιλία του  μεταφέροντας  τα συναισθήματα  που  έχουν  οι πιλότοι της πολεμικής μας αεροπορίας στους αιθέρες και κυρίως πάνω από τον ελληνικό ουρανό, «προσγειωμένος» αυτός τώρα, μας απογείωσε... γλυκά εκεί στον αύλιο χώρο του π. Δημαρχείου    Ερμιόνης, ξύπνησε γλυκές - πικρές μνήμες στους παλιούς  από εκείνα τα χρόνια και συνάμα, έξυσε πληγές της περασμένης ιστορίας μας...Τους νεότερους, (όσοι τέλος πάντων παραβρέθηκαν στο χώρο και  ήσαν οι τυχεροί...) τους βάπτισε στα Άγια  νάματα της φυλής μας  για να συνεχίσουν το αέναο ταξίδι της!

Διαβάστε την, και, προβληματιστείτε... 


«ΟΙ  ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ  ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ   ΣΤΗΝ    ΕΡΜΙΟΝΗ »
Κυρίες   και   κύριοι  προσκεκλημένοι, Συμπολίτισες    και   συμπολιτες   της    Ερμιόνης, Αγαπητοί   φίλοι   της   Ερμιονίδας, Κυρίες  και  Κύριοι, Σήμερα,  έχω  τη χαρά και  κυρίως  την  τιμή, να  βρίσκομαι σε αυτό  το βήμα, κοντά  σας, για να ταξιδέψουμε  μαζί,  πίσω  στο χρόνο, ανοίγοντας μια  άγνωστη, για τους   πολλούς,  σελίδα της τοπικής μας ιστορίας, που αφορά, τους Μικρασιάτες     πρόσφυγες, που  βρήκαν  καταφύγιο  στην Ερμιόνη, μετά  τον  ξεριζωμό  του  1922.                
Ένα  θέμα  εξαιρετικά  ενδιαφέρov, επειδή  σχετίζεται    με  τους   προγόνους  μας  και   πραγματική πρόκληση  για  μένα,  αφού  ανάλογη  έρευνα,  δεν έχει  ξαναγίνει, στο  παρελθόν.
Έτσι,  μετά τη  πρόταση,  που  μου  έγινε,  με μεγάλη ευθύνη και σεβασμό, στο    ευαίσθητο θέμα της προσφυγιάς, ξεκίνησα  την  προσπάθεια  μου, ένα εγχείρημα,    ομολογώ,  δύσκολο,  διότι οι πληροφορίες, από   τα  τοπικά  αρχεία,  ήταν   ελάχιστες  και   οι   ζωντανές   πηγές    πληροφόρησης, οι   πρωταγωνιστές,   δηλαδή,   που   έζησαν   τις   φοβερές   στιγμές   του  1922,     δυστυχώς,    δεν    υπάρχουν   στη   ζωή.  
40 χρόνια πριν, το 1972, στο Λεύκωμα του Οικονομικού Ταχυδρόμου, για τη   συμπλήρωση   μισού  αιώνα,  από τη  Μικρασιατική  τραγωδία,  ο  Γιάννης  Μαρίνος,  έγραφε: «Δεν   φανταζόμουν   ποτέ, ότι  θα  συναντούσα  αδιαφορία  και   άρνηση,  από   τους    πρόσφυγες,     επειδή   τους   θύμισα, χρόνια    πόνου,   στερήσεων   και   ταπεινώσεων και   χρόνια   σκληρών   προσπαθειών,  για  επιβίωση και   αναστήλωση   της   χαμένης   αξιοπρέπειας».
Λόγια  καθόλου  ενθαρρυντικά  για την  δική  μου  προσπάθεια, ιδιαίτερα,   όταν   εγώ   έπρεπε,   να   συναντήσω, τους   απογόνους   των    προσφύγων.
Ωστόσο,   σήμερα   μπορώ   να    δηλώσω,  ότι,   σχεδόν   όλοι,     μετά     το    αρχικό,     αναμενόμενο    ξάφνιασμα, - επειδή  κάποιος   θέλησε  να  ασχοληθεί   με  τις   ριζες τους - όχι   μόνο,  δεν  με  αντιμετώπισαν  αδιάφορα  ή  αρνητικά, αλλα   αντίθετα,  μου   άνοιξαν   τα   σπίτια   τους   και    την   καρδιά   τους   και    με    δέχτηκαν   με    ζεστασιά,    πάθος και     διάθεση    να    βοηθήσουν. Αγκάλιασαν   την    προσπάθεια   μου, την   έκαναν   δική   τους   υπόθεση και  με συγκινητική  προθυμία,  ήθελαν  να  μου μεταφέρουν,  τις   αφηγήσεις   των   γoνιών  τους,  αυτό   το   θαυμαστό   και   συνάμα   σπαρακτικό  βίωμα, με   τον   πόνο   της    προσφυγιάς, αλλά  και   το   κουράγιο,   για   μια   νέα   αρχή.
Στις  ευχαριστίες    μου,  απαντούσαν  ευγενικά:  «Εμείς    σ’ ευχαριστούμε,  που   βγάζεις, από  το  σεντούκι  μας κομμάτια  της   ζωής  μας, για  τα   οποία,   είμαστε   υπερήφανοι και    κανένας,    μέχρι    τώρα,   δεν    θέλησε    να     ασχοληθεί».                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      
Σχεδόν  όλοι,   με   λαχτάρα,   περίμεναν  την  αποψινή  βραδιά και   σήμερα βρίσκονται  εδώ,   ανάμεσά   μας και   αισθάνομαι   την   ανάγκη,   να   τους  ευχαριστήσω και    δημοσιά    για   την   πολύτιμη    βοήθεια   τους, αλλά   κυριως,    για   την   εμπιστοσύνη   που   μου  έδειξαν.                                                                                                                     
Απόψε,    κυρίες  και  κύριοι,   με  την  ευκαιρία, των  90 χρόνων   της   Μικρασιατικής    τραγωδίας, τ ι μ ο υ μ ε,   τις ψυχές  των  αθώωνπου σφαγιάστηκαν,  στα  ματωμένα    χώματα  της  Ιωνίαςκι  εκείνους,  που, θρηνώντας,  έφτασαν  στην Ελλάδα   ξεριζωμένοι.
Εκτελούμε,  ένα ιερό καθήκον,  μια  υποχρέωση, έναντι της ιστορικής αλήθειας, για   την απώλεια, του δεύτερου πυλώνα του Ελληνισμού, μιας άλλης Ελλάδας, ενός  μέλους  του  εαυτού  μας και  του  πολιτισμού  μας.
Και είναι υποχρέωση μας, διότι η μνήμη, δεν είναι εκδίκηση, είναι η φλέβα της  Ιστοριας  και  ανάχωμα στην επανάληψη.
« Όποιος  δεν  θυμάται το παρελθόν, είναι  καταδικασμένος  να  το  αναζήσει». είπε  ο   Ισπανός  φιλόσοφος  Σανταγιάνα.
Συγχρόνως σήμερα, θα ανασύρουμε στη μνήμη μας, τη μικρή  σε χρονική διάρκεια,  αλλά τεράστια, σε προσφορά, συμμετοχή  της  Ερμιόνης,  του 1922,  σε ένα από  τα δραματικότερα  κεφάλαια της Ιστορίας.        
Η σημερινή μας εκδήλωση, αφιερώνεται,  στους προγόνους μας, που έζησαν σε αυτό  τον τόπο,  ένα περίπου αιώνα πριν και αγκάλιασαν με στοργή τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες, αφιερώνεται και σε όλους τους πρόσφυγες και ακόμη, σε όσους    σήμερα,  μπορούν  να  αισθανθούν,  τι  σημαίνει προσφυγιά...    
Η  προσφυγιά,  είναι  ένα  θέμα, που, μας προκαλεί και μας  προσκαλεί, να  σκύψουμε,   στον πόνο, τη θλίψη και την εξαθλίωση, αλλά και στην υπερηφάνεια, την  αξιοπρέπεια,  την  ψυχική  δύναμη,  τη  δημιουργία  και  το πάθος  για  τη ζωή.                                        
                                                                                                                                                                                       Ο  ποιητής  Νίκος  Γκάτσος,  γραφει :                    
          «Άντρα  και  γείτονα  και  φίλε,
            στη  φτώχεια  και  την  προσφυγιά
            μια  παγωμένη  σπίθα, στείλε
            να  σου  την  κάνω  πυρκαγιά.»
      
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, το ταξίδι μας, στο χρόνο, γυρνώντας, 93 χρόνια πίσω, στην  ηλιόλουστη και αλησμόνητη, 2 Μαΐου 1919, όταν, η  πρωινή  καταχνιά, διαλύεται και ο  ήλιος της λευτεριάς, φωτίζει την Σμύρνη. 
Η  νηοπομπή, με τον απελευθερωτή Ελληνικό Στρατό, φτάνει στο λιμάνι, το πλοίο «ΠΑΤΡΙΣ» δένει συμβολικά, πρώτο και προκαλεί φρενίτιδα ενθουσιασμού και   συγκίνησης, στη  λαοθάλασσα των Ελλήνων, που 465 χρόνια περίμεναν, την  ευλογημένη  αυτή  μέρα.
Με ροδοπέταλα και δάφνες, ραίνουν τους στρατιώτες και με τις σημαίες, έχουν   μετατρέψει  τους  δρόμους, σε γαλανόλευκους  χείμαρρους! 
Ακόμα και τα γαμήλια στέφανα, κατέβασαν από τις στεφανοθήκες οι γυναίκες, για να  στεφανώσουν  τους στρατιώτες.
Ο  Μητροπολίτης Χρυσόστομος, ευλογεί τα πλήθη και  αναφωνεί «Χριστός Ανεστη!». 
Η  ατμόσφαιρα  δονείται, από  το  Χαίρε, ω χαίρε λευτεριάκαι στη συνείδηση των  Ελλήνων ξύπνα ο θρύλος«Πάλι με  χρόνια με καιρούς, πάλι δικά  μας   θαναι!».                                                                                                                             
Είναι  μέρα   Αναστάσεως  και   Εθνικής  υπερηφάνειας!           
Είναι  η  μέρα,  της πολυπόθητης  λευτεριάς!
Η μεγάλη εφημερίδα της εποχής, «ΕΜΠΡΟΣ», την επομένη,γράφει:«Ω! του αφάνταστου   μεγαλείου και  της  αφράστου  ωραιότητος  της  μεγάλης, της ριγηλής,  της συγκλονιστικής αυτής στιγμήςτης αποβάσεως του Ελληνικού Στράτου, εις την Σμύρνην.
Ποια γραφίς, θα περιγράψη το απερίγραπτον, ποιος φακός θα συλλάβη το ασύλληπτον και ποιαι αστραπαί δεν θα έσβηνον, εμπρός εις την αίγλην των Ελληνικών  λογχών, αίτινες  εφώτισαν  την  Σμύρνην.
Η  Σμύρνη, χθες,  έζησεν  εις  μιαν ημέραν, ζωήν  εξ  αιώνων.»                  
Σε  λίγους  μήνες, οι στρατιώτες μας, μεταξύ των οποίων και πολλοί νέοι της     Ερμιόνης,  με  ηρωικές  νικηφόρες  μάχες, πραγματώνουν το  όραμα της  Μεγάλης   Ιδέας, κάνουν  το  όνειρο  πραγματικότητα και  η  Ελλάδα των  2  Ηπείρων  και των 5     Θαλασσών, είναι  γεγονός!
Όμως, τα μεγάλα επιτεύγματα, έχουν αξία, όταν κατοχυρώνονται   και   εξασφαλίζονται                   
Σύμφωνα  με  τον  μεγάλο  πολιτικό,  από  το  Κρανίδι,  Εμμανουήλ   Ρέπουλη,  
«Στον  τόπο  μας,  μαζί  με τα δαιμόνια της  αναδημιουργίαςγεννώνται  και  δαιμόνια της  καταστροφής.  Τα   πρώτα,  εν  ώρα  εθνικής  δυσφορίας. Τα   δεύτερα,   εν  καιρώ  ευτυχίας».                        
 Πράγματι,  ένα  χρόνο μετά, ο Ελευθέριος  Βενιζέλος, ο  βασιλιάς  χωρίς  στέμμα,  όπως   τον αποκαλεί, ο  Γερμανός  βιογράφος  Λουντβιχ,  με  το   τιμόνι  μιας    μεγάλης  Ελλάδας  στα  χέρια  του,  στο  απόγειο  της δόξας  και  της  ευτυχίας του, αφού έχει υλοποιήσει, αυτό που πίστευε, ότι ήταν  ιστορικά  ταγμένος, αιφνιδιάζοντας    τους πάντες, προκηρύσσει εκλογές και  το   δαιμόνιο  του  διχασμού,  της διχόνοιας, της  γνωστής κατάρας της φυλής  μας, για  μια  ακόμη  φορά,  γεννιέται, κυριαρχεί  και     επηρεάζει  τις  εξελίξεις.
Το   πηδάλιο  της  χώρας,  αλλάζει χέρια και με έλλειψη  στρατηγικής  και  οράματος, διπλωματική  ανικανότητα και ανέφικτους στόχους, η Ελλάδα εισέρχεται σε   διπλωματική   δίνη,  οι  σύμμαχοι  την εγκαταλείπουν  και το Μικρασιατικό ζήτημα, από νικηφόρα εκστρατεία,  μετατρέπεται σε τραγική περιπέτεια.
Η  υποτίμηση  ενός παθιασμένου επαναστάτη, οι λανθασμένες επιλογές της ηγεσίας,  αλλά κυρίως, η απειρία και η ανικανότητα της, να  εμπνεύσει  και  να  καθοδηγήσει,  αφήνουν  τον  στρατό,  χωρίς όραμα, δεν γνωρίζει γιατί πολεμά, κουράζεται, το   μέτωπο  διασπάται  και  επέρχεται,  η  μοιραία  υποχώρηση   και η  άτακτη    φυγή  του,  προς  τα  παράλια.        
Αυτό  το  περήφανο  στράτευμα, που μόνο το  δρόμο της νίκης,  ήξερε και με τον   ηρωισμό του, προκάλεσε το θαυμασμό της Ευρώπης, σε 15 μέρες χάνει,  ό,τι πετυχε    σε  3 χρόνια, χωρίς ουσιαστικά να ηττηθεί.
Γράφει ο Ρέπουλης :συμφορά, προήλθε από τα  σπλάχνα της Ελλάδος, δεν   προεκλήθη, από την υποχώρηση του Στρατού. Ο Ελληνας  στρατιώτης δεν ηττήθηκε! Το τρισχιλιετές  δένδρο  του  Ελληνισμού, το  εξεριζώσαμεν,  ημείς, οι ίδιοι, με τα   χεριά   μας! Την  Ελλάδα,  δεν την συντρίβει  το  μοιραίον,  Αυτοσυντρίβεται!».
Ακόμα και ο Κεμάλ, αργότερα, θα ομολογήσει:«Η Ελλάς δεν ηττήθηκε!    Αυτοηττήθηκε!».              
Και η  εκστρατεία, που αναμενόταν,  ως θρύλος, άρχισε ως   θρίαμβος και  έκλεισε,  ως    θρήνος, γίνεται κορυφαίο κεφάλαιο, στη  Μαίρη Βίβλο, της Παγκόσμιας Ιστορίας,  γίνεται,  η  μητέρα  ων δεινών  της  Ελλάδας  και κηλιδώνει το βιβλίο της   Ιστορίας   μας,  με   το     ανεξίτηλο «1922!»
Το  κεφάλαιο «Μεγάλη Ιδέα», κλείνει οριστικά, στήνεται  το  σκηνικό και ανοίγει η    αυλαια,  μιας  ανελέητης  και ανείπωτης  τραγωδίας.

Σμύρνη, 26  Αυγούστου 1922.

Ξημερώνει  η  Εθνική  «Μεγαλη    Παρασκευη»!            
Το τελευταίο πλοίο του Στόλου μας, σηκώνει άγκυρα και το βράδυ                                                        το τελευταίο Ελληνικό βράδυ,  της Μικρασίας, η  γαλανολευκη,  υποστέλλεται  για   τελευταία  φορά.
Την  επομενη,   Σαββατο,  27  Αυγουστου, χιλιαδες  χριστιανοι,  εχουν  κατακλυσει  την  Αγία  Φωτεινή, όπου τελείται, με τραγική μεγαλοπρέπεια, η τελευταία Θεία  Λειτουργία.  
Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, γονατιστός, μπρος στην Αγία Τράπεζα, προσεύχεται     σιωπηλά! Γνωρίζει, ότι σε λίγο, αυτός και  το ποίμνιό  του, θα αντιμετωπίσουν την   αγριότητα των Τούρκων και είναι έτοιμος,  να  περάσει  από την πραγματικότητα,    στην  Αθανασία!  Να γίνει  ο  Χρυσόστομος της   Σμυρνης!
Βγαίνει στην Ωραία Πύλη, μια  θεϊκή  γαλήνη,  έχει  απλωθεί  στο πρόσωπό του και     εκφωνεί το τελευταίο  του  κήρυγμα, λεγοντας: Η Θεία Πρόνοια,  δοκιμάζει την πίστη   μας, το θάρρος μας  και την  υπομονή μας, την ώραν αυτήν.   
 Αλλά ο Θεός,  δεν εγκαταλείπει  τους   Χριστιανούς.
Στις  11 ακριβώς,  η  Νύμφη  της Ιωνίας, η  Γκιαούρ Ιζμίρ,  (άπιστη Σμύρνη), η  δικιά μας Σμύρνη, που βλέπουμε  την τελευταία φωτογραφία της, τραβηγμένη, αυτό   το  πρωινό,  στις  27 Αυγούστου 1922 παραδίδεται, στο μεθυσμένο από μίσος, τούρκικο  γιαταγάνι και  σε  τρεις  μέρες, στις φλόγες.                                                                                                                                                                     
Οι  καπνοί,  τυλίγουν τα κτήρια,  τα δάκρυα πνίγουν τα όνειρα και το σκοτάδι  σκεπάζει   παρελθόν  και παρόν.
Χιλιάδες Χριστιανοί σφαγιάζονται. Παπάδες σταυρώνονται στις  εκκλησιές και    μισοπεθαμένα  κορίτσια  και  αγόρια, ατιμάζονται,  πάνω  στις Άγιες Τράπεζες. Όσοι   γλυτώνουν, ξεχύνονται στην παραλία. Γεροί, γυναίκες, παιδιά, ποδοπατιούνται, λιποθυμούν ξεψυχούν!!!!  Τους  τρελαίνουν  οι  φλόγες,  ο καπνός, οι χατζάρες    και  τα  βόλια,  που αναζητούν  σάρκα  για  να   χορτάσουν!
Παντού περπατάει ο τρόμος!!!! Μπρος θάλασσα!  Πίσω  φωτιά και σφαγή! Πέφτουν     στα νερά  και πνίγονται! Πολλοί, κολυμπούν προς τα συμμαχικα πλοια για να σωθουν, αλλά οι ναύτες, ρίχνουν ζεματιστό νερό και  σε  μερικούς,  που  καταφέρνουν να πιαστούν στην  κουπαστή,  τους  κόβουν τα χέρια. Τα ουρλιαχτά είναι τόσο  φρικτά, ηχούν εκκωφαντικά και αποτρόπαια  και  ο  διοικητής  του Συμμαχικού Στόλου, διατάζει, να παίξουν  χαρούμενη μουσική, για να μην ακούγονται, οι κραυγές    απελπισίας. Σκηνές μοναδικής αγριότητας και φρίκης, που ξεπερνούν κάθε     φαντασία. Στιγμές χάους, στιγμές ανυπαρξίας, κάτι… σαν μούδιασμα... σαν   νέκρωμα. Σταματά  ο  νους…  και   στη  ψυχή, παλεύει  ασυνείδητα,  η  τραγική  αλήθεια,  με το   γλυκό   ψέμα.                                             
Και  αναρωτιέμαι  μαζί σας: Έχουν,  άραγε,  καμία  σχέση  αυτές  οι  σκηνές,  με …….«Σ Υ Ν Ω Σ Τ Ι Σ Μ Ο», όπως,   πρόσφατα,   ισχυρίστηκαν  κάποιοι, θέλοντας   να   εξαφανίσουν τη   συλλογική   μνήμη   και   την   ιστορική   αληθεια;
O Αμερικανός  Πρόξενος, προσφέρει  στον  Χρυσόστομο άσυλο, μα ο Ιεράρχης   απαντά:«Ο ποιμήν  ο  καλός, τίθησι   την  ψυχήν  αυτού, υπέρ του  ποιμνίου  αυτού. Θα  μείνω  εδώ!».
Και   παραδίδεται,  στο  λυσσαλέο  αλλόθρησκο  πλήθος, δέχεται τον απόλυτο,   ανθρωπινό εξευτελισμό και κατακρεουργημένος, ένα κατασπαραγμένο κουφάρι,    χωρίς  άκρα, τηρώντας,   την εντολή της  Αποκάλυψης «Γίνου  πιστός   άχρι  θανάτου» (μείνε   πιστός   μέχρι  τον  θάνατο) αφήνει, την τελευταία  του   πνοή, στους  δρόμους    της  αγαπημένης  του,  Σμύρνης,  με το αίμα του,  να ποτίζει τα καλντερίμια της.   Ακόμα    και   οι   Τούρκοι, τρόμαξαν   στην   αποκάλυψη   της   θηριωδίας τους και    έχουν    καλύψει,   με βαθύ μυστήριο, τις τελευταίες ώρες, του Ιερομάρτυρα, που  η   θυσία   του,   φώτισε,  ολόκληρο  το Μικρασιατικό δράμα και έγινε, ο άρρηκτος δεσμός, του Ελληνισμού, με τις  αλησμόνητες  πατρίδες.
Κάθε τι, το  Ελληνικό και Χριστιανικό, εξαφανίζεται και η γη της  Ιωνίας, «το   κατάλευκο  κρίνο  των  ευαγγελισμών» για  τον  Κωστή   Παλαμά, «η ευλογία  του   Θεού, το  μύρο και το χρώμα του   Αιγαίου» για  τον   Ελευθέριο  Βενιζέλο, μετατρέπεται, σε έναν   τεράστιο ομαδικό τάφο του Ελληνισμού,  με  εκατόμβες  θυμάτων και  ανείπωτες     φρικαλεότητες. «Όταν  η  φρίκη  ξεπερνά  τα  ανθρώπινα  όρια,»
γραφει,  ο  Στρατής  Μυριβήλης, «ο πεζογράφος,  ο  ποιητής   και   ο   δραματουργός, είναι   ανίκανος,  να   την  αντικρίσει, κατά  πρόσωπο!  Ο λόγος,  φαίνεται   φτωχός   και   αναιμικός ».
Η    Μικρασιάτισα    Διδώ   Σωτηριου,  διάσημη   συγγραφέας,   έζησε   την   τραγωδία  και   περιγράφει: Θρασιμένοι ζειμπέκοι, φορτωμένοι  κουμπούρια   και  χατζάρες,
μπουκάρουνε  και  ξαφρίζουνε  το  άνθος  των  νιάτων!
Χερούκλες απλώνονται πάνω σε λιμπιστερά παλληκάρια και σε όμορφα κορίτσια. Τα   σέρνουνε  πίσω  από  το  τελωνείο, τα  βιάζουνε  και  τα  εκτελούνε! Έτσι  έγινε  με  την  Αφρούλα  και  με  την  Ρέα, μια  μαθητριουλα  14  χρονων. Η γιαγιά της Αφρούλας καλότυχη,  με  το  που  ειδε  να πιανουν  το  κοριτσι, εμεινε  στον   τοπο!
Μα η μάνα  της Ρέας, σπάραζε  και έσκιζε τα μάγουλά της  και έτρεχε πίσω τους. <<Αφηστε  το  κοριτσακι  μου,  εμενα  παρτε!>>
Tα  ματωμένα  δάκτυλά της, τσάκωσαν το μπλουζάκι της και το ξέσκισαν. <<Κοιτάχτε!>> έκανε  και  έδειχνε  το  στήθος της,  σαν   υπόσχεση.
<< Εμένα  πάρτε ! Οχι αυτό! Κοριτσάκι μου ! Ρεα μου!>>
Πήγαμε  στο  νεκροταφείο. Ούτε  σπιθαμή  να  σταθείς. Πάνω  σε  ένα  μνήμα,  μια  γυναικά  ξαπλωμένη τα μπρούμυτα,  χτυπούσε   με  τις  γροθιές,  τη   μαρμάρινη  πλάκα  και φώναζε στον άντρα της.
<< Βρασίδα! Που  είσαι να  δεις  τι  κάνουν στο  κοριτσάκι  σου! 
Το αγνό σου κοριτσάκι, Βρασίδα! Το ατιμάσανε! Στρατός... λεφούσι… πάνω στο κορμάκι  του! Βρασίδα  σήκω! Αναστήσου! Αναστήσου! Ελα να μας παρασταθείς,   Βρασίδα!>>

Οι   Τούρκοι   στέλνουν   τελεσίγραφο.                         
«Σε   τρεις   μέρες,   οι   άνδρες   μεταξύ   18  και  45, κηρύσσονται   αιχμάλωτοι   πολέμου και  σε  οκτώ   μέρες,  οι  υπόλοιποι, να   έχουν  εγκαταλείψει  την  Τουρκία»
Και  σαν  σεισμός,  συθέμελος, αρχίζει  ο  ματωμένος  ξεριζωμός  των Ελλήνων, από τις  πατρογονικές  τους  εστίες, με  κορύφωση  του δράματος,  την  προσφυγιά. 
Από   τα  βάθη  της  Ανατολής, όπου  υπήρχαν  Έλληνες, ανθρώπινα  μπουλούκια     πανικόβλητοι ξεχύνονται  προς  τα  παραλία.     
Με τη  μάσκα της  απελπισίας στο  πρόσωπο,  ρακένδυτοι  και εξαθλιωμένοι,   τραγικές   φιγούρες, ανάμεσα σε  φλόγες  και  θάλασσα, ψάχνουν  το  καράβι  της  σωτηρίας, για   να   γλυτώσουν,  από  το  τούρκικο   λεπίδι.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
Με  δεκάδες  πλοία,   τα   πλοία   της    συμπόνοιας,  όπως  τα  χαρακτήρισαν,    
μεταφέρονται  στις ακτές  και  τα  λιμάνια  της  Ελλάδας.
Και  η  δακρυσμένη  Μικρασία,  της  προσφυγιάς και της  απόγνωσης, απλώνεται  σε   ολόκληρη  τη  χώρα  σαν το ποτάμι, που ξεχείλισε  και  έχασε  τη  στράτα  του,  σαν  το   πεινασμένο  κοπάδι,  που  αναζητά   τροφή.
Κανείς δεν ξέρει… πόσοι, τελικά, είναι  αυτοί,  που  κουρνιάζουν  σαν  καταδιωγμένα   πουλιά και    πόσοι    έρχονται    ακόμα.
Πνίγεται ο Πειραιάς! Ασφυκτιά η Αθήνα! Ζητά βοήθεια η ύπαιθρος!                                         Πόλεις  γεμάτες  κάμπους από  σκηνές, θυμίζουν γκραβούρες πολιορκημένων     πόλεων, μόνο  που τώρα,  πολιορκητής,… είναι  η  πείνα! Η  κοινωνική  γεωγραφία  αλλάζει  και  επικρατεί  παντού  χάος!
Η  καραβοτσακισμένη   Ελλάδα,  απροετοίμαστη,  συνταράσσεται, από την ειρηνική  εισβολή   χιλιάδων  ψυχών, αλλά,  σαν  πονεμένη  μάνα,  βρίσκει,  τον  τόπο  και  τον   τρόπο, να  τις  περιθάλψει   στοργικά.
Τότε  ακριβώς, ο  Κωστής   Παλαμάς,  έγραψε  το  περίφημο:
«Μια   είναι    η    πατρίδα    και   των    αιμάτων   και    των    γραμμάτων»
Τα     πλοία   δε  γνωρίζουν    το    λιμάνι  προορισμού.   
Ανάλογα    με    τις   συνθήκες   της   τελευταίας   στιγμής, παίρνουν    εντολές,    πολλές   φορές  εν πλω. Λόγω του πανικού   και  της  γενικής  αναταραχής, δεν ετηρούντο    στοιχεία  και  δε  γνωρίζουμε  ακριβώς, πόσα και ποια πλοία, προσέγγιζαν τα  λιμάνια    και  τις  ακτές της  χώρας.
Τα δυο μικρά   VIDEO,    που   ακολουθουν,   μαρτυρούν  το  χάος  που  επικρατούσε, αλλά   κυριως,  την   αφιξη    πλοιων,  στην   περιοχή μας.
(Γιαγια Φιλιω)    VIDEO         
(Παραρα-Ευτυχίδου)   VIDEO      
Η   μικρή  μας  Ερμιόνη, λοιπόν, ως  το   ανατολικότερο  λιμάνι  της  Πελοποννήσου και    το πιο   κοντινό   στον  Πειραιά, γίνεται  καταφύγιο  του πόνου  και  της  ελπίδας, όπως   περιγράφονται, στους στίχους του Ατταλειώτη ποιητή,  Παναγιωτη  Χατζηαντωνογλου:
                             Άφριζε   η   θάλασσα….
                   κι   ο   αφρός   της   βαμμένος    κόκκινος,
   με    αίμα    αθώων.
    Φέυγαν    τα    πλοία,    βαριά    πολύ,
   τη   δυστυχία    φορτωμένα.
      Ψάχναν…   της   χαράς   να   βρούνε   τα   ακρογιάλι,
οπου   το   κύμα   τ΄  αλμυρό,
       έσβηνε..   τη   πίκρα   την    ατελείωτη,
       που   χαραγμένη   βρισκότανε    στην   άμμο.
    και   πάνω    της,…..     θαλάσσια    κρίνα,
άνθιζαν,..     της    χαράς    τα    χαμόγελα. 

Πώς  ήταν  όμως  η  Ερμιόνη, 90  χρόνια  πριν,  όταν  γινόταν  θερμή αγκαλιά και   εστία, καταφύγιο  χιλιάδων  πονεμένων  ψυχών και   εξαθλιωμένων  προσφυγων;
Ήταν  μια  ήσυχη    κωμόπολη,   με  λίγα,   αλλά  καλαίσθητα   σπίτια,  ομορφότερη   και   ποιο  γραφική  από   σήμερα, παρότι   δεν  υπήρχαν  τα  πεύκα  στο  Μπίστι.
Οι 2160 κάτοικοι,  εργατικοί,  απλοϊκοί,  φιλότιμοι  και φιλόξενοι, ήσαν άνθρωποι  με   αρχές  και  αξίες.  
Οι    σφουγγαράδες  και  οι  χταποδάδες, ξακουστοί  για  την τέχνη τους, ήσαν οι   πρεσβευτές  της Ερμιόνης,  από το Άγιο Όρος, μέχρι τη  Μπαρμπαριά και τα παραλια  της  Μικράς  Ασίας.
Τα  περιβόλια  και  τα αμπέλια  του  κάμπου,  οι  ελιές και τα  έσοδα,  από  το  εμπόριο   σιτηρών  και   τροφιμων,  κάλυπταν  οριακα  τις   ανάγκες  των  κατοίκων. 
Με  το   ατμοκίνητο   «Λεούσης» και αργότερα  με  το  «Υδράκι»  έρχονταν σε επαφή,    με  την  Αθήνα και τον Πειραιά.
Κοινωνικοί και γλεντζέδες,  ξεπερνούν  τον αγώνα  της θάλασσας, τον ιδρώτα  της γης  και τη  νοσταλγία της ξενιτιάς,  με τη μουσική, τις καντάδες στους  δρόμους και τους  παραδοσιακούς  χορούς.
Μιλούν περισσότερο τα  αρβανίτικα  και  λιγότερο  τα  Ελληνικά.                                                                
Η καρδιά της πόλης, δεν ήταν τότε το λιμάνι ούτε τα Μαντράκια.                                              Όλη  η   αγορά  και  η  κίνηση,  συγκεντρωνόταν στον  πλακόστρωτο  δρόμο,  που   ανηφόριζε από το λιμάνι προς την Παναγία, περνούσε από το Κοινοτικό Γραφείο (σημερινή βιβλιοθήκη),  έστριβε αριστερά, προς  τον   Ταξιάρχη και κατηφόριζε προς   τα  Μαντράκια.
Ο  « φιδίσιος» δρόμος, όπως  τον  αποκαλεί  ο  αείμνηστος δάσκαλός μας, Μιχαηλ    Παπαβασιλείου, ήταν   γεμάτος,  εμπορικά και  καφενεία και σε κάθε γωνιά του,   οπωσδήποτε,  υπήρχε μια  ταβέρνα  η  μπακαλοταβέρνα.
Ένα  φθινοπωρινό  μεσημέρι, αρχές του Οκτώβρη 1922, στην είσοδο του λιμανιού,      αγκυροβολεί  ένα  από  τα  πλοία  «της συμπόνοιας», φορτωμένο με εξαθλιωμένα   σώματα και  ανταριασμένες   ψυχές  προσφύγων.                                       
Ένα  αργοκίνητο  φορτηγό   υπερωκεανίου,  γεμάτο  θρήνο  και δυστυχία, που έχει   βρει  την «Ιθακη του»,  στο  απάνεμο  λιμάνι   μας.  Εκίνησε  από την Αττάλεια, με    ραγδαία   βροχή και   στοιβαγμένους  σαν  τσουβάλια, στο κατάστρωμα και τα    αμπάρια  του,  γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους, χωρίς αποσκευές. «Με τέτοιο καιρό,    θα  σώσω  μόνο  ψυχές και  όχι  πράγματα!»,  φώναζε  ο  καπετάνιος.
Πάρα, τις άθλιες συνθήκες του πολυήμερου ταξιδιού, συγκινημένοι, ψάλλουν τον   Εθνικό   Ύμνο και   φιλούν  τα σίδερα  του καραβιού.
Έχουν  φτάσει  στη  γη  της  επαγγελίας!  Εχουν   σωθει!
Ανάμεσα,  στα  βασανισμένα  γυναικόπαιδα, ήταν και αυτός  ο μικρός,  ο  εφτάχρονος      Σταύρος Πεχλιβανόγλου. Στο   VIDEO,  75  χρόνια  μετά,  θυμάται και μας  λεει: VIDEO                                                                                Πράγματι,  η  χαρά,  ο  ενθουσιασμός και  η  ανυπομονησία  τους, είναι μεγάλη. Θα  πατούσαν  επιτελούς  χώμα ασφαλές. Χώμα   ελληνικό   και   ελεύθερο!
Ξεκληρισμένες  οικογένειες, χωρίς άντρες, που γλύτωσαν από τη μανία των   Τούρκων, τώρα, ελπίζουν  και προσδοκούν, να βρουν μια ζεστή και αδελφική  αγκαλιά,   για  την  πονεμένη  τους  ψυχή και  το   βασανισμένο τους σώμα.
Να  λυτρωθούν από τη φρίκη! Αυτή ήταν, η μια πλευρά του δράματος.                                                                                                                                             
Απέναντι,  στη  στεριά,  οι  ντόπιοι  είναι  ανάστατοι.
Στο   αντίκρυσμα   τους    αιφνιδιάζονται.  
Τα  μηνύματα  της  καταστροφής,  του πόνου  και  της  φρίκης, έχουν διασχίσει το   Αιγαίο, κι  έχουν  φθάσει  στο  ήρεμο  λιμάνι   τους.
Γνωρίζουν  για τους ξεριζωμένους  που αναζητούν σωτηρία, στα  λιμάνια  της  χώρας και  ήρθε  η  ώρα,  να  αντιμετωπίσουν και οι ιδιοι, την προσφυγιά,  που  μέχρι  εκείνη   τη  στιγμή, ήταν  μια  φρικτή,  αλλά  μακρινή  είδηση.
Τώρα   είναι   δίπλα  τους,  στην  αυλή  τους και   καλούνται  να  αναλάβουν  τις  ευθύνες τους,   ως  άνθρωποι  και  πατριώτες.
Η  σκέψη,  ότι αυτή η κοσμοπλημμύρα, θα κατακλύσει το χωριό, δοκιμάζει  τα φιλόξενα και  ανθρώπινα  αισθήματά τους και τους  φέρνει  αντιμέτωπους  με  τον  εαυτό  τους.
Ο  φόβος  και  η  ανασφάλεια,  βασανίζουν τις  ψυχές τους και η προστασία της  οικογένειας και της περιουσίας, από τον κίνδυνο που προκαλεί, η  θέα   του  άγνωστου, κυριαρχεί   στο  μυαλό  τους.
Ξέρουν, ότι  τα  σπίτια  και  η  σοδειά  τους, δεν  επαρκούν για τις ανάγκες 7000   ανθρώπων. Είναι   δυνατόν   να   μη   φοβηθούν;
Δεν  είναι φυσικό, να δουν τους ανθρώπους   αυτους, ως  καταπατητές  του  ιδιωτικού   τους   χώρου;
Δεν   είναι λογικό,   να αντιδράσουν  με παγερή  σιωπή,  άρνηση, πανικό και με   αίσθημα  προστασίας  του  μόχθου τους;
Το  καράβι,  αγκυροβολημένο, μη βλέποντας καΐκια, για να  παραλάβουν  τον κόσμο,   που  αδημονεί, σφύριζε  και  ξανασφύριζε.
Ακολουθούν  δυο  ώρες  αναμονής  και  μεγάλης  αγωνίας.
Ο  Δημήτρης  Παναγιώτου, Πρόεδρος της Κοινότητας και  οι  οικογένειες,  Δεληγιάννη    και   Καραγιάννη, από  τις πιο  δυναμικές του τόπου, γνωρίζουν ποιο είναι το    καθήκον  τους, αυτή τη δύσκολη  στιγμή  και αισθάνονται   βαριά  την ευθύνη  στους    ώμους, για  το  βολεμα,  τόσων  δυστυχισμένων  και  αναρωτιουνται:  
- Πού  θα    τους   πάμε;  
- Πού   θα   χωρέσουν;   
- Πώς    θα   τους   ταΐσουμε;
- Πώς   θα  σκεπάσει   όλους   αυτούς,   η  μικρή   Ερμιόνη;
Και προσπαθούν να πείσουν τους φοβισμένους συμπολίτες τους, ότι δεν   κινδυνεύουν,  από  τους  αναπάντεχους  επισκεπτες.
Ένας   ψύχραιμος  νεαρός  με τη  βάρκα  του, ξεκινά από  το  λιμάνι,  κάνει   δυο –τρεις    κύκλους, γύρω   από  το  καράβι   και   επιστρεφει  στην  ακτή.   
Η  εικόνα της  εξαθλίωσης  που  μεταφέρει, αλλάζει  κυριολεκτικά  τα  αισθήματα  των    κατοίκων. Η αγάπη και η  γενναιοψυχία  κυριαρχούν  του πανικού, οι  επιφυλάξεις  και    οι δισταγμοί,  μένουν  στην άκρη και αναδεικνύονται τα αισθήματα στοργής, συμπόνοιας   και   αλληλεγγύης.
Η  ανθρωπιά  νικά  και  το   φόβο  και την προκατάληψη.
Η  Ερμιόνη,  στην  ιστορική  αυτή  πρόκληση, σε  αυτή   τη  κρίση, ακούει τη  φωνή  της  ψυχής  της και  αρχίζει   μια    γιγαντιαία  για  την  εποχή,  επιχείρηση  υποδοχης.                                        
Στόλος  από  καΐκια και βάρκες, πηγαινοέρχονται και  μέχρι  το σούρουπο, χιλιάδες    πονεμένες  μάνες, με  ξυπόλητα  και  κουρελιασμένα  παιδιά  έχουν  κατακλείσει  το    λιμάνι, γυρεύοντας  μια  γωνιά για   να  ακουμπήσουν.             
Δεν  έχουν κουράγιο,  ούτε να κλάψουν, ούτε να μοιρολογήσουν, ούτε να    παραπονεθούν.  
Τους   ζώνει  μαύρη  ανησυχία  και απελπισία, για το  πώς  θα περάσουν τη νυχτα.   Μια  εικονα,  χίλιες  λέξεις!
Ποιος  θα  μείνει  άπραγος  και αμέτοχος, αντικρίζοντας, τούτο  το  θεαμα;
Αρχίζει   μεγάλη  κινητοποίηση  και με αξιοζήλευτη οργάνωση, σε λίγες ώρες,    μοιράζουν τους  πρόσφυγες  σε σπίτια, μαγαζιά, στο Σχολείο Συγγρού, που  μετατράπηκε για πολύ καιρό  σε ξενοδοχείο, στις εκκλησίες, στο στρατώνα, στην    Κοινότητα, σε αποθήκες,  υπόγεια,  ταράτσες και  οπουδήποτε μπορούσε να    κοιμηθεί    άνθρωπος.
Όλες,    ανεξαιρέτως,  οι  οικογένειες,   εκείνο  το  βράδυ, φιλοξένησαν    πρόσφυγες.      
Μερικές   ακόμη  και  20   ατομα.
Η  συμμετοχή και η συνεργασία, στην τεράστια  αυτή  προσπάθεια υπήρξε  καθολική.  
Ούτε  ένας  προσφυγας,  δεν  έμεινε στο  δρόμο.
Όλοι  βρήκαν  ένα   ζεστο  πιάτο  φαγητό και  μια κουβέρτα  να   σκεπαστούν. 
Μεσάνυχτα   και  κάτι,  ενώ  όλα έχουν  τελειώσει,  ένα  πεντάχρονο  κοριτσάκι, έχει  απομείνει  μόνο  του,  σε μια  γωνιά  και φοβισμένο,  ψελλίζει    μοναχά   το  ονομα  του.   Μαρίτσα!
Ο παππούς  της  Ανθούλας Λαζαρίδου -  Δουρούκου, ο Κώστας    Γκολεμάς,  το    ειδε,   το   πήρε  σπίτι  του και  το  μεγάλωσε  σαν  δικό  του   παιδί. 
Η Μαρίτσα, έγινε  η  γυναίκα  που  βλέπουμε και  αργότερα,  βρήκε  την οικογενεια   της στη   Θεσσαλονίκη   και   εγκατέλειψε  την  Ερμιόνη.
Στον  Άγιο  Θανάση,   ανάμεσα  στα  γυναικόπαιδα και   μια  έγκυος  νεαρή   γυναίκα.  Η  νέα  ζωή  που  έφερε  μέσα της,  της   έδινε  κουράγιο. Δεν ήθελε, να γεννήσει, την   ώρα  του  ξεριζωμού.
Κατάφερε  να μπει στο  καράβι,  έσφιξε  τα  δόντια  της, έκανε υπομονή  και τώρα     κάτω  από   τη  σκεπή  της  Παναγιάς, φέρνει   στον κόσμο,  ένα  κοριτσάκι, και το    πρώτο  του  κλάμα, ήρθε  να  δώσει  ελπίδα, στους  εξαθλιωμένους  πρόσφυγες.
Ήταν  το   πρώτο   κλάμα,   που  ακούστηκε  εδώ   και μέρες, κλάμα χαράς,  όχι   λύπης.
Κλάμα  αναγέννησης, που  έφερνε  μια  αχτίδα,  ελπίδας, στο  πόνο του ξεριζωμού   τους. Το κοριτσάκι  αυτό,  οι Ατταλειώτες,  το ονόμασαν,  Ερμιόνη.
Μια   συμβολική  κίνηση,  μια  ελαχιστη απόδοση  τιμής, σε αυτούς,  που άνοιξαν την   αγκαλιά   τους και  μοιράστηκαν  μαζί  τους  στέγη  και τροφή.  
Το  ταξίδι του ξεριζωμού  και η    ιστορική   για   την   Ερμιόνη, νύχτα   της   προσφυγιάς,  έχουν   τελειώσει   και   αρχίζουν τα    προβλήματα   εγκατάστασης    και    περίθαλψης.
Συγκροτείται επιτροπή, "Περίθαλψης Προσφύγων Ερμιόνης", με Πρόεδρο τον Κοινοτάρχη, τον φαρμακοποιό  Άγγελο  Παπαμιχαήλ  και   τον   Μιχάλη    Δεληγιάννη,  με   σκοπό    να     συντονίσει  την    τεράστια   αυτή     προσπάθεια.
Το έγγραφο που βλέπετε,  με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1922,   είναι   από   την  Επιτροπή,  προς  το αντρικό, τότε, μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων και  ενημερώνει  το   Ηγουμενικό   Συμβούλιο, για   την   αποστολή  150    προσφύγων, που   πρέπει   να   δεχτούν απροφασήστως,  όπως   τονίζει,  κατόπιν εντολής  του  Νομάρχη  και  του  Υπουργού  Περιθάλψεως   Προσφύγων.    
Η   Κρατική   Επιτροπή   Αποκατάστασης   στέλνει     τρόφιμα και   ρουχισμό,  τα   οποία μοιράζονται με ευθύνη, δημιουργώντας αίσθημα δικαίου, σε όλους τους  πρόσφυγες. Αλία και οι Ατταλιώτες, δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Υπερήφανοι    και  αξιοπρεπείς,  δεν άφησαν τον πόνο και  τα  δάκρυα,  να  σκεπάσουν  τη  φλόγα  της   δημιουργίας,  που  ειχαν   κλεισμένη  στα  στήθη τους.    
Δεν   υπήρχε   χρόνος,    για    θρήνους   και    μοιρολόγια!
Έπρεπε  να  ζήσουν  τα  μωρά, να  περιθάλψουν τους  γέρους και τους αδύναμους   και  ελλείψει  αντρών, το βάρος πέφτει στα γυναικόπαιδα, που αρχίζουν   αμέσως    δράση.
Τα βασικά τρόφιμα,  εξαντλήθηκαν σε μια βδομάδα, τα αποθέματα σε αλεύρι,  έφταναν  το   πολύ  για  20  μέρες  και  η  παραγωγή  ψωμιού,  από  το  μοναδικό  φούρνο  του   Μερτυρη,   ήταν  αδύνατο   να  θρέψει, τους   7000   τώρα  κατοίκους   της   Ερμιόνης.
Τα   προσφυγοπούλα,  θέλοντας να φανούν χρήσιμα, έφευγαν το πρωί με το  «ΥΔΡΑΚΙ»  για  τον  Πειραιά,  έφερναν  τσουβάλια  με ψωμί  και  το  πουλούσαν.  
Όλοι, μικροί και μεγάλοι, αναζητούν συνεχώς   τρόπους  να   είναι   χρήσιμοι,  βοηθούν  σε  οποιαδήποτε  δραστηριότητα   μπορούν,   σιγά – σιγά   νοικιάζουν  σπίτια και   η    κατάσταση  αρχίζει    να  ομαλοποιείται.
Ωστόσο, η Ερμιόνη, χωρίς υποδομή και δυνατότητες για εργασία, χωρίς   οργανωμένη   προσφυγική  οικιστική  δράση  και  προοπτική,  δεν  μπόρεσε, να « κρατήσει», τους    δραστήριους    Ατταλιώτες.
Πολλοί, μετακινήθηκαν στα γύρω χωριά,  άλλοι  στο εσωτερικό της Πελοποννήσου  και  οι περισσότερου, έφυγαν για την  περιοχή του  Θησείου,  και  των Σφαγείων, τον     σημερινό  Ταύρο.
Πολλές οικογένειες, πήγαν στο παλαιό λατομείο του Φιλοπάππου και δημιούργησαν   το συνοικισμό Αταλιώτικα, στον οποίο, σημερα,  δεν   υπαρχει   ούτε   ένας   Αταλιώτης.                                                                                                                                                                                                                                                                                                              
Σε  ένα φθαρμένο  από  το  χρόνο  κατάλογο, του 1923, που είχε την καλοσύνη, να   μου   δείξει ο    κ. Καμιζης,   φαίνεται,  ότι  300   Ατταλιώτες,   πέρασαν  από  το  Κρανίδι   καταγράφηκαν  και    αναχώρησαν   για   άγνωστο  προορισμό.
Ωστόσο,  ένα   μεγάλο  παράπονο,  βαραίνει  όλους  μέχρι  και  σήμερα   
Διασκορπίστηκαν  και δεν  κατόρθωσαν,  να   ιδρύσουν  την  ΝΕΑ ΑΤΤΑΛΕΙΑ, για    αυτό    θεωρούν,  ότι  η  πατρίδα τους, είναι η  πιο  αδικημένη  πόλη   της   Μ. Ασιας.                          
Αρκετοί,  έμειναν  στην πόλη μας  6-8 μήνες και μερικοί  ρίζωσαν  εδώ,  για  πάντα.   
Για αυτούς που κατάφερα  να βρω, δεν  θα σας κουράσω, με πολλά  βιογραφικά  στοιχεία, θα αναφέρω,  μόνο,  ορισμένα  ξεχωριστά πράγματα, για τον καθένα,   κυρίως για την περιπέτειά τους  και τη δράση τους  εδώ, με  σκοπό,  να  αναφερθεί  το   όνομά τους, ως ελάχιστος φόρος τιμής,  για την παρουσία τους στο τόπο μας και    βέβαια,  να  τους  θυμίσω  στους  μεγαλύτερους.
Εδώ, βλέπουμε τη  μητέρα  και  τα  αδέλφια του  μικρού  Σταύρου Πεχλιβανόγλου,  από   το  προσφυγικό  βιβλιάριο,  που  εκδόθηκε το 1922, στη   Κοινότητα   Ερμιονης.
Να προσθέσω εδώ,  ότι  πάρα  πολλοί,   για  να  εξαλείψουν  οτιδήποτε τους θύμιζε    τη  Τουρκία και για να μη  μείνει  στα παιδιά   τους, κανένα στίγμα από την οδυνηρή    προσφυγιά, τα  επώνυμα  με  την  κατάληξη – ογλου,  που σημαίνει  παιδί, τα άλλαζαν   προς  το  ελληνικότερο.
Έτσι  οι  Πεχλιβανογλου,  έγιναν  Πεχλιβανίδης, έμειναν 8  μήνες στην Ερμιόνη και έφυγαν  για το Θησείο. 
Ξεκινώντας από μικροπωλητές και γυρολόγοι με πάγκους και καροτσάκια, σε λίγα   χρόνια  δημιούργησαν  την  μεγάλη εταιρεία  Εκδόσεις   Πεχλιβανίδη  και  το  γνωστο     βιβλιοπωλείο   της  Αθήνας     "Ατλαντίς".
Στην    Αττάλεια,   υπήρχαν   8   ιερείς.
Δυο   από   αυτούς,  ο παπα-Γιώργης    Καπόγλου και   ο  παπα-Σεργιος,   ηρθαν   στην  Ερμιόνη.  Ο παπα-Γιωργης,    που   πριν    χειροτονηθεί     ηταν   Φαρμακοποιός,  τοποθετήθηκε  ιερέας  στο  Θερμήσι, αλλάζοντας το επώνυμο του σε   Παπαθανασίου.                                                          
Ο  θάνατος   ενός   παιδιού  του,  από   ελονοσία, λόγω  της   λίμνης,  τον   ανάγκασε  να  μετακινηθεί, στην  Παναγία    της    Ερμιόνης.
Στην    οθόνη,    βλέπουμε,  επιστολή  του τότε Μητροπολίτη Ύδρας  Προκόπιου   Καραμάνου  ( 24  ΑΥΓ 1923)  και  σας  διαβαζω:  (Προσεξτε το υφος και τις οδηγιες για την αντιμετωπιση του προσφυγα ιερεα)   "Αιδεσιμότατε   Επίτροπε, να   καλέσεις   τον   ιερέα  Χρήστο    Παπαμιχαήλ  και  να  του  δηλωσεις,  ότι  τοποθετώ, τον  πρόσφυγα  ιερέα   Γεώργιο   Παπαθανασίου, ως   δεύτερο   εφημέριο  της   Κοιμήσεως   Θεοτόκου.
Να  του   υποδείξεις  δε, να φερθείτε  προς αυτόν  φιλαδέλφως  και  να αναγνωρίζει   αυτόν, ως ισότιμον κατά   πάντα,  συνεφημέριον και να του υποδείξεις τας βαριας   συνεπείας, δια οιαδήποτε κακή συμπεριφορά του, προς τον πρόσφυγα   ιερέα…"   
Ο   παπα-Γιώργης,  αγνός ,  ολιγαρκής και  σεβαστός  από   όλους ,  2 χρονια   μετα, έφυγε  από  την Ερμιόνη,  ως  εφημέριος  στην ξύλινη εκκλησία  της Τζικοπαναγιάς    της  Ατταλιώτισσας  στον Ταύρο                                                                                              
Ένας   από  τους   γιούς  του,  ο   Θανάσης, έμεινε  εδώ,  έγινε  καλός  ράφτης και εξαίρετος οικογενειάρχης, πατέρας του Γιώργου, του Μιχάλη και του Δημήτρη  και της Ματίνας Παπαθανασίου.   
Ο  θρυλικός   παπα-Σέργιος, με  μεγάλη  δράση  στην  Αττάλεια,  για  να αποφύγει, την  ιδιαίτερα  σκληρή,  τιμωρία  των Τούρκων, προς τους ιερείς  και τους  δασκάλους,  που  τους   θεωρούσαν  υπεύθυνους, για τη  διατήρηση του  Χριστιανισμού,  ξύρισε τα  γενια του, μεταμφιεσθηκε   σε   γυναικα και  με   τα   14   μελη  της   οικογενειας του, βρεθηκε  στην  Ερμιόνη.
Σε  λίγους μήνες, διορίστηκε εφημέριος στον  Άγιο  Δημήτρη  του  Πειραιά και  έφυγε.
Ένα  από τα  κορίτσια  του,  η  Κατίνα,  ήταν η  μητέρα του αειμνήστου  μεγάλου   μας   ηθοποιού   Θύμιου Καρακατσάνη.
Ανάμεσα στα χιλιάδες γυναικόπαιδα στην προκυμαία της Αττάλειας,                                                                     ήταν και η  Δέσποινα Τουρμουσόγλου,  με τον άντρα της Μιχάλη,  και  τον 11χρονο  γιο τους,  Παναγιώτη, γνωστό  πειραχτήρι  των  μεγάλων και  ιδιαίτερα  των Τούρκων.
Έτοιμος  να  μπει  σε  μια  βάρκα,   ο   μικρός   Παναγιώτης, είπε   κάτι  προσβλητικό   σε  έναν Τούρκο στρατιώτη και  αυτός  τον  κτύπησε   με  το  όπλο του, με  αποτελεσμα    να  λιποθυμήσει.
Η   Δέσποινα,  ήδη    μέσα  στη   βάρκα,   σπαράζει   από   τις    φωνές  και  τα  κλάματα
και κάποιος άλλος Τούρκος, γνωστός της οικογένειας, βλέποντας τι έγινε και  γνωρίζοντας, ότι  ο   μικρός   είναι   καλός  κολυμβητής,  τον  πετάει  στη θάλασσα,   προς  την  κατεύθυνση  της  βάρκας. Ο μικρός, συνέρχεται με το νερό και με υπεράνθρωπη προσπάθεια, ανεβαίνει  στη  βάρκα  και  στην αγκαλιά της μητέρας του.  
Φθάνουν  στο  λιμάνι μας, αλλάζουν το επώνυμό τους,  σε Κωνσταντινίδης και   ριζώνουν για πάντα. Ο  Παναγιώτης,  έγινε  εξαίρετος  τσαγκάρης και παντρεύτηκε    την    αδελφή  του  Μακαριστού Μητροπολίτη   Παντελεήμονα   Μπαρδάκου. 
Ο  πρώτος  Ατταλιώτης,  που  δραστηριοποιήθηκε  επιχειρηματικά  στην  Ερμιόνη,   
ήταν  ο   Παντελής      Αναμουρλόγλου.
Πανέξυπνος άνθρωπος και εξαίρετος ζαχαροπλάστης, άνοιξε αμέσως,    ζαχαροπλαστείο  στην  καρδιά  της   πόλης,   απέναντι  από  το  ιερό ναό   της   Παναγίας.
Ακολουθώντας  τους  ρυθμούς  της  αγοράς,  μεταφέρθηκε στο  Λιμάνι,  στο  σημερινό   μεζεδοπωλείο   Στάικου, οπού   υπάρχει  ακόμα,  ένας    δικός  του  πίνακας.
Το καφενείο του μαστρο-Παντελή, ήταν το μοναδικό, όπου   επιτρεπόταν   να  κάθονται   γυναίκες,   κυριως    Μικρασιατισσες   και  να  καπνίζουν  ακόμα  και  ναργιλέ !.
Ο  ζαχαροπλαστης,   Θόδωρος   Κωνσταντινίδης,   ήταν  κι αυτός,   Ατταλιώτης.
Ενώ, η μητέρα και  οι  αδελφές  του, ακολούθησαν  τους  Αταλιώτες   στον Πειραιά,  ο Θόδωρος    έμεινε   εδώ,   δούλεψε   αρχικά  στα  καΐκια  για  τη  "Μπαρμπαριά", έγινε   συνέταιρος   του  Αναμουρλόγλου   και  αργότερα   άνοιξε   δικό  του  ζαχαροπλαστείο, απέναντι   στο  περίπτερο  Καρακατσάνη.
Τη δεκαετία του 60,  άνοιξε  το πρώτο  πολυτελές   ζαχαροπλαστείο της  Ερμιόνης, στο   ξενοδοχείο  "Ολύμπιο"  του  Άγγελου  Παπαβασιλείου,  που   το   διατήρησε   ως   το 1972.
Αυτός,   είναι    ο  γνωστός  σε    ολους    παγωτατζής, ο  γραφικός   Γκτς,  όπως  τον  λέγαμε,  ο   Σταυρής Γεωργίου, που  το  πραγματικό  του  επώνυμο,  ηταν   Σταυρόγλου. 16χρονο  παιδί,  ήλθε μόνος του στην Ερμιόνη, αφού στο χάος του   ξεριζωμού,  έχασε  όλη  την οικογένεια του.
Εργατικός και δραστήριος, ήταν ο άνθρωπος της αγοράς, πουλούσε  ξηρούς  καρπούς  και  ζαχαρωτά στους  δυο   κινηματογράφους  και  στα  πανηγύρια, ήταν ο νερουλάς  της  Ερμιόνης,   όλοι   όμως,  τον  θυμούνται  με τον  άσπρο  σκούφο και το καροτσάκι του,  να γυρίζει  τα σοκάκια  και  να δροσίζει,  μικρούς  και  μεγάλους,  με το εξαίσιο   καϊμάκι   του.  
Ο   Απόστολος   Σιφναίος, με  την  Μικρασιάτισσα  μητέρα  του,  Βασιλική  Ορφανίδη.    
Από  ξεκληρισμένη  οικογένεια,  18χρονών  με την συνομήλικη  αδελφή της Μαρία,   τελείως  μόνες,  πάτησαν  στο  λιμάνι μας, παντρεύτηκαν και έμειναν εδώ  για πάντα.
Δυο  επιφανείς    Ατταλειώτες, δεν  ήλθαν, με  το  πλοίο  της  προσφυγιάς  στο λιμάνι  μας, συνδέθηκαν, ωστόσο, για πάντα, με το τόπο μας, αφού παντρεύτηκαν    Ερμιονίτισσες. Ο Σταύρος Καραγεωργίου, ο Χατζησταυρής,  όπως τον αποκαλούσαν  στην Αττάλεια, επιχειρηματίας με εργοστάσιο κυλινδρόμυλων, μετά την    απελευθέρωσή του,   από  τα  τάγματα  εργασίας,  βρέθηκε  στο  Πειραιά.
Γνώρισε την Ερμιονίτισσα  Αργυρούλα  Λαζαρίδου, παντρεύτηκαν και  από τότε,  η Ερμιόνη,  έγινε  η  αγαπημένη  του  πόλη.    
Ο Κώστας Σαρησυμεωνόγλου, πολύ  μορφωμένος,  ο  διανοούμενος, όπως τον    αποκαλούσαν, την  περίοδο   της  καταστροφής  ζούσε  στο  εξωτερικό  και ήλθε  στην  Ερμιόνη,  να βρει  και  να βοηθήσει εναν  ξάδελφό  του  Αταλιώτη  πρόσφυγα,   οπού γνώρισε και  παντρεύτηκε, την αξιόλογη  Ερμιονίτισσα, Ζαχαρούλα  Πετρολέκα.   Όπως όλοι,   έδιωξε   το – συμεωνογλου και  έγινε   Σαρρής. 
Πολύ συγκινητική είναι η περιπέτεια  της 28χρονης-τοτε- Δέσποινας Παντελόγλου,  γιαγιάς   του  Γιάννη  Λακούτση.
Στο   καράβι,  από  τις  κακουχίες,  πεθαίνει  η  μητέρα  της  και  το  πτώμα της, για   ευνόητους   λόγους,   ρίχνεται  στην   θάλασσα.
Ολομόναχη,  πλέον, αφού  περνά σε κάποια εκκλησία, τις  πρώτες  μέρες,  βρίσκεται  στη  δούλεψη, ενός  75 χρονου  μεγαλοκτηματία.
Τον  παντρεύεται,  κάνουν   3  παιδιά και σε  5  χρόνια  αυτός  πεθαίνει. Αν και ήταν,  η νόμιμη σύζυγός του, την περιουσία του διεκδικούν και παίρνουν, οι δυο   προηγούμενες   γυναίκες  του, γιατί  η  Δεσποινα,  είχε ένα μεγάλο  μειονεκτημα:   Ήταν    πρόσφυγας!!
Έτσι,  μένει   πάλι  στο  δρόμο,  τώρα  με  τρία παιδιά,  αλλά  με  σκληρή  δουλειά  και  πείσμα, καταφέρνει και τα μεγαλώνει τίμια και με αξιοπρέπεια.                                          Σε   ένα   βιβλίο,   του  1926, που  βρήκα  σε  ένα  υπόγειο   βιβλιοπωλείο  στο  Μοναστηράκι, προσφυγοπούλες 12-13 ετών, που  βίωσαν  τα   γεγονότα, περιγράφουν   τον ξεριζωμό τους και αποτυπώνουν τα συναισθήματα  του   πόνου, με   την  αγνότητα,   την   αφέλεια   και  την  ευαισθησία των  μικρών  παιδιών.
Ανάμεσά τους  και  4  Ατταλειώτισσες, που  με τις οικογένειες τους ήλθαν στην    Ερμιόνη.  
Ακουστε,  τι  έγραφαν  δυο  από  αυτές, για  την  πόλη  μας.
Η    13χρονη,     Μαρίκα    Γιαηλόγλου:
«Το   πλοίον,  μας   έφερε   εις   μιαν  πόλιν της   Πελοποννήσου,  την   Ερμιόνην.
Εκει   δεν   περνούσαμεν  καθόλου  καλα, διότι   εσκεπτόμεθα   τι   εγένετο    ο   πατέρας, εις τα  χέρια  των  τυράννων  και  τι   θα   γινώμεν  εμείς, σε     τούτο    το    ξένο   μέρος,  που  δεν  γνωρίζαμεν   κανένα. Κατά  τύχην,  οι  κάτοικοι  ευρέθησαν  φιλόξενοι και  ας  έδωσαν  ένα   σπίτι  δωρεάν, δια  να  μη  χάσω  δε τα μαθήματα   μου, πήγαινα και εκεί   στο  σχολείον  και  με  έδωσαν   δωρεάν,   όλα   τα   χρειαζούμενα»

Η     Κλειώ     Δανιηλίδου,  δασκάλα αργότερα, έγραφε  στα 13 της:
«Μετα από ταξιδι πολλων ημερων,  εφθασαμεν   εις   Ερμιονην  της  Αργολιδος.
Εκεί  μας  εφιλοξενησαν  δυο ημερας  εις  ένα  ξενοδοχειον.
Κατά   την  τριτην  ημεραν  ενοικιασαμεν  ένα  δωματιον,  εις   το   οποιον,  διαμειναμεν   επι   10 μηνες.  Αλλα   το  μερος   τουτο,   ητο  τοσον    μικρο, που δεν  υπηρχον  ουτε  εργασιαι,  ουτε  σχολειο,  δι εμε.  Και    επειδη   η  οικογενεια   μας,   ειχεν   αναγκην,
από   εργασιαν   και  εμεις   τα  παιδιά  από  σπουδην,   αποφασισαμεν   να  ελθωμεν  εις  τας  Αθηνας».                                                                                                                           
Ένα   χρονο   μετα,   τον   Οκτώβριο   του   1923, εγινε    γενικη   απογραφη    προσφυγων  και   η   Ερμιονη   ειχε   401, ενω   πεντε   χρόνια   αργότερα,  στα   1928,    μόλις   35. Ηταν  οι  Ατταλιωτες   που   ειχαν   απομεινει   και   αλλοι, από    διαφορες    πολεις   της   Μικρας   Ασιας,    ξεριζωμενοι    και    αυτοι,    μετα    από    πυρινες     δοκιμασιες, ηλθαν,   στο   τοπο   μας,    να   βρουν    καταφυγιο.
Οικογενειες     πολυμελεις,     κατατρεγμένες, η  κάθε  μια  κουβαλουσε   μια   ξεχωριστη      θλιβερη  περιπετεια, με   κοινο    ωστοσο,   για   όλους,  το   πονο   της    προσφυγιας   και  την   ελπιδα   μιας   νεας   αρχης.  
Στην    πλουσια    περιοχη    Γκιουλ   Μπαξε,    της    Σμυρνης,   ζουσε  η   ευπορη   οικογενεια    Προβελεγγιάδη. 
Μαθαινουν    για   την   επερχόμενη     τραγωδια,  ναυλωνουν    γρηγορα     καΐκια
και   με    όλη   την    κινητη   τους   περιουσια,  περνούν   απεναντι    στη    Χίο.
Με καράβι φθανουν στον Πειραιά και από  γνωστο τους εμπορο,   γνωριζονται με  τις   οικογενειες   Κατσογιώργη   και   Γεωργίου οι οποιοι  τους  προτεινουν  να  εγκατασταθουν  στην  Ερμιονη, που    γνωριζαν    από    τους    σφουγγαραδες   μας.
Φτανουν   εδώ,    εχουν   σωθει,  αλλα    τους   λειπει  ο 20χρονος  Μιμικος,   που   ηταν   αιχμάλωτος  και   πρωτο  μελημα  τους, είναι  να   βρεθεί.  Με  αυτό   το   εγγραφο,   προς   το   Υπουργειο  Στρατιωτικων, ο πατερας  τον    αναζητα, αλλα  η   απαντηση,   είναι   θλιβερα   αρνητικη.
Ο  γιος  του   δεν   βρεθηκε !!    Αγνοειται!!
Μήνες   αργότερα,   μετα   από  συγκλονιστικη    περιπετεια,    ο   Μιμικος αποκτα  την  ελευθερια  του  και   ερχεται   στην  Ερμιόνη.
Κατα    την   εγγραφη   τους   στο    δημοτολογιο,   από  λαθος, το   επωνυμο   γινεται   Προβελεγγατος. 
Με  την   εμπειρια  τους   στο   εμποριο,   το   πεισμα,  τη   σκληρη   δουλεια, αλλα  κυριως   την   νοικοκυροσυνη  τους, εκαναν  και   παλι   προκοπη.
Ελεγε   ο   Μιμικος   στη  γυναικα  του: <<   Κατερινα,    η   καλυτερη   επενδυση,   
είναι   η   οικονομια  >>
Οι «προσφυγες»,  όπως    λεγαμε    το   Μιμικο   και   τον   αδελφο  του    Βασιλη,  ανοιξαν   μπακαλικα  στην  πανω    Ερμιονη και   πουλούσαν τα  καλυτερα  τυροκομικα   προϊοντα,        δικης   τους   παραγωγης,  από  το    τυροκομειο  τους,   στο  Λουκαιτι.
Στη     κολαση    της     Σμυρνης, ο   Γιωργος   Μαιντανος,    16 χρονο παιδι     
χανει την οικογενεια  του,  κατορθωνει,   όμως,   να   τρυπωσει, σε  ένα  πλοιο   και    βρισκεται   στην    Ερμιονη. Ο    πατερας  του,    στην   προσπάθειά  του  να  ξεφυγει, από   τη  μανια  των  Τουρκων,  τρεχει   στους   μαχαλαδες και  τα    σοκακια   και   πηδωντας   έναν   τοιχο,   τραυματιζεται    και     ανημπορο,   τον   βρισκουν  οι  σφαιρες   και   σκοτωνεται.
Η μητερα του,  κυριολεκτικα  ξυπολυτη,  με τα υπολοιπα παιδιά της,  ακολουθωντας    τα μπουλουκια  των   προσφυγων, βρίσκεται  απελπισμενη  στον    Πειραια.
Με   τη  βοηθεια   της   Επιτροπης  Αποκαταστασης, η  οικογενεια  σμίγει  και   ξεκινουν  εδώ,    μια  νεα   ζωη.
Ο Γιωργος,  ανθρωπος  του   χορου  και  της  μουσικης,   εμαθε   την  τεχνη  του  τσαγκαρη   και   εδώ     βλεπουμε,       την  αδελφη  του,     τη    γνωστη     κυρα- Στασα,    
συμπαθεστατη  και  αγαπητη   σε ολους,  με τον  αντρα της, τον   Ερμιονιτη    φουρναρη,   Παντελη     Κομμα.                             
Ποιο   βορεια,   στην   Αρτακη,  υπηρετουσε   ως   Λιμεναρχης, ενας    δραστηριος     πατριωτης,   Δ-94ο  Ερμιονιτης   Γιαννης   Μπουκουβαλας.
Στην προκυμαια, εκατονταδες  ξεριζωμενοι, προσπαθουν να  επιβιβαστουν   σε    καποιο    πλοιο,   για   να   σωθουν.  Αναμεσα τους  και ο Μιμίκος Τρουπόγλου, με τη γυναίκα του και   τα  7  παιδιά  τους.
Ο Μπουκουβαλας, που παρακολουθουσε τη διαδικασια, αντιληφθηκε   επιθεση    Τουρκων   και     πυροβολωντας στο αερα,   δινει    εντολη    να   λυσουν   τα   παλαμαρια, να    σηκωσουν   τις   σκαλες  και  την  αγκυρα! 
Αρχιζει   πανικος   και   ολοι  ορμουν   στο   καραβι.
Αλλοι   πεφτουν   στη   θαλασσα,   αλλοι   κρεμονται   στα   σχοινια,   αλλοι  στο  μωλο   και  οι   τυχεροι   στο      πλοιο.      
Σκηνες   τραγικες,    απεριγραπτες! Οικογενειες    χωριστηκαν   για   παντα!
Στους   τυχερους  και  οι Τρουπογλου,  που   φτανουν   στον Πειραια   και   με   εκατονταδες   αλλους, για  μερες  ολοκληρες,   στοιβαζονται   σε   μια   αποθηκη.
Στην   απογνωση  τους,   να  βρουν  σπιτι  και   δουλεια,   μπροστα  τους,    ο  Μπουκουβαλας.  
«Γιατι δε φευγετε για το χωριο μου, την Ερμιονη», τους λεει.
«Δεν εχει εργοστασια, μα εχει κτηματα, θα βρειτε δουλεια.     Εχω   και   τον   θειο    μου   εκει, τον καπεταν-Γιωργη, τον Τεσση και θα σας υποστηριξει». 
Τον  εμπιστευτηκαν   και  σε  μια  βδομαδα,   βρισκονται    εδώ.
Ο Τεσσης,  καραβοκυρης και  λεβεντανθρωπος,  εκανε   δρομολογια στο   Σαρωνικο,   μεταφεροντας     εμπορευματα.
Τους   βρήκε   δουλειά,  τους   προσέφερε  τη  φιλία του, τους   αγαπησε,   τους   σεβαστηκε    και   ταπεινα ζητησε   σε   γαμο    την   ομορφη   κορη τους    Αναστασία.
Ο καπεταν Γιωργης και η κυρα Στασα, είναι οι γονεις, της γνωστης    συγγραφεως    Ευαγγελιας    Τεσση. 
Επιστρεφουμε,  στους   δρομους   του   Πειραιά,  οπου,  άλλος  ενας    εξαθλιωμενος   προσφυγας, ο   φαρμακοποιος   Νικος   Βλαστος, από τα  Σόκια, περιφερεται   στις   γειτονιες,   ψαχνοντας   μερος,  να   στεγασει   την  οικογενεια  του.
Τυχαια,  γνωρίζει  τον  έμπορο   Νίκο  Λαζαρίδη, πατέρα της  Ανθούλας  Δουρουκου   
και   στηνει  στην   Ερμιονη   το   καινουργιο  του  σπιτικο.  
Ηταν οικογενεια με «υψηλη»  μορφωση,  κουλτουρα,  και ξεχωριστους τροπους.                                       
Ο  Μίλτος,  γιος  του  Νικου   Βλαστου,   γιατρός    νευρολόγος,   με  σπουδές  στο  Παρίσι, φυσικο  ηταν  να  αφησει  την  Ερμιονη.   
Η  πρωτη  νευρολογική  κλινική  της  Αθήνας, ιδρυθηκε   από    αυτον και   η  σταση  λεωφορειων   εκει,   ονομαστηκε  τοτε και  μεχρι σημερα  υπαρχει,  ως «Σταση  Βλαστου». 
Ο  Ερμιονιτης Άγγελος  Καραγιάννης, σε μια βεγγερα  σαγηνευτηκε  από     την   ομορφια   και   τη  χαρη,   της  Καιτης  Βλαστου  και    αμεσως    την    παντρευτηκε,    αδιαφορωντας  για    τις    επιφυλαξεις   της   οικογενειας   του.
Από τα Σοκια ηταν και η οικογενεια Χατζησωκρατη,    
η   οποια,   αρχικα   εγκατασταθηκε   στη  Δραμα και   λιγα   χρονια  αργοτερα   ηλθε  και ριζωσε  στην  Ερμιονη.
Στη φωτογραφια, είναι  ο  Σοφοκλής  και  η  γυναίκα του  Ρίνα, οι  γονεις  του  Δημήτρη  και  της  Αργυρως.
Από το  Ικονιο,  χιλιαδες   ξεριζωμενοι,  παιρνουν  το δρομο  προς τα παραλια  και  μαζι τους,ο Μάρκος Γιαμούρογλου,                                                                                                             ο οποιος,   στην   αναμπουμπούλα,  χανει  την  οικογενεια  του,  και    βρισκεται  στην Ερμιονη.
Η  γυναικα  και  τα παιδιά του,   μετα  από  απιστευτη  περιπετεια  δυο   μηνων,   βρισκονται   στα Ιωάννινα.
Χάρη στην   πρωτοβουλία  της   εκκλησιας, να  ανακοινωνονται,  αναζητήσεις   αγνοουμένων  προσφυγων, μετά  την  κυριακάτικη  λειτουργία,  η οικογένεια  ενώνεται,   στηνει  το   νέο   της   νοικοκυριο,   εδω    και   αλλαζει  το   επωνυμο,  σε  Βροχιδης.  
Το  γνωστο  εργοστασιο  εκκλησιαστικων   ειδων,  Βροχιδης, ανηκει  στα  εγγονια,  του   Μαρκου.  Το   σπίτι   τους,  είναι   από   τα   ελαχιστα   προσφυγικά, που  διατηρούνται,   μέχρι    σήμερα    και  η γιαγια Δεσπω,  που θα δουμε στο VIDEO,   κορη του Μαρκου,  μου   αφηγηθηκε,   πως   κτιστηκε  αυτό  το   σπιτι. 
Με  λαχταρα  περιμενε  την  εκδηλωση  μας, να   ελθει  στην  Ερμιονη,   αλλα   δεν   προλαβε! Ας  την  δουμε:   VIDEO  
Από  την Αλαγια,   μας    ηλθε    ο  μαστρο-Γιωργης   Κωτσογλου,   ο   καλατζης,   
όπως  εμεινε   γνωστος   στην    Ερμιονη. 
Με   ενα   τσουβαλι   στη   πλατη  και   τα  συνεργα  του,  γυριζε   με  τα   ποδια,    όλα     τα   γυρω   χωρια  και   γανωνε,     τα    χαλκινα   σκευη  των  νοικοκυριων.
Ξεχωριζε   για   τη    καλοσυνη   και    το    χιουμορ   του, αλλα   δεν   καταφερε   ποτέ,
να  μαθει  σωστα  τα   Ελληνικα,  ειχε   και  μια  χαρακτηριστικη περιεργη  προφορα,   για αυτο  ολοι   καλοπροαιρετα   τον   πειραζαν.
Αυτός   είναι   ο   Κυριάκος     Σακαλιδης,   από  το  Σαγιχλι,  ο  γνωστος   μπακαλης,  της  πανω  Ερμιονης, πολύ  αγαπητος   σε μενα,    που   μικρος  πηγαινα   καθημερινα     στο      μπακαλικο    του. 
Ευγενικος   και   με   χιουμορ,    ιδιαιτερα  με   τις   γυναικες που    παντα   ειχε    καποιο   αστειο   να   πει, για  να  τους    φτιαξει   την   διαθεση.   
Γονος   προσφυγων, από  τη  Σπαρτα της  Μικρας  Ασιας, ηταν  και  ο  αγαπητος  σε ολους μας,  Στεφος    Αλεξανδριδης, ο   οποιος,  εζησε   βεβαια  στο  Κρανίδι, αλλα  ο  φακος  του  απαθανατισε  ολη  την  Ερμιονιδα και  τιμητικα,  τον  αναφερω   στην   σημερινη   εκδηλωση.     
Ο    Παππους του  Στεφου, ηταν   θαυμασιος   μουσικος και   τον   βλεπουμε   στη μεση   της    φωτογραφιας,   με   αλλους  δυο   Μικρασιατες    μουσικους,  να  παιζουν
παραδοσιακα    μουσικα   οργανα.

                              Ιωνία 
Σαν   ήρθε το  Ιωνικό, στοιχείο  στην  Ελλάδα, με  σκοτωμένους  συγγενείς, το βιο τους  αρπαγμένο, καμένη  λατρεμένη  γη, καμένη  την  ψυχή του μέσα  απ'τις στάχτες  λαμπερή  εκράτησε  τη  δάδα.
Με  σθένος, με  δουλειά πολλή  και  την  απαντοχή  του ρίζωσε  και  ελάμπρυνε  με  τον  πολιτισμό  του, τη  γη  που τ'άνοιξε  αγκαλιά  να  σβήσει  τον καημό του.
Νόστος, πικρία, αναδρομή, απελπισιά, ελπίδα;
Συμπλεγμα  συναισθηματικό  χρόνια  τον  ταλανίζει κάθε  Σεπτέμβρη  η αναφορά  σ'υπόδουλη  πατρίδα, σ'όλους   που νιώθουμε  Έλληνες  το δίκιο  του  θυμίζει.
Το    ποιημα  που  ακουσαμε,  είναι  της  δασκαλας  κυριας Κατερινας   Ρηγα,  μελος  του  συνδεσμου  μας    και   Προεδρου  της  Εστιας  Νεας   Σμυρνης.
<<  Το    χασμα  που   ανοιξε  ο  σεισμος,  ευθυς   εγιομισε   ανθη >>
λεει  ο στιχος  του  εθνικου  μας  ποιητη  και   πραγματι, η  φτωχη  Ελλαδα  των  4.000.000  ψυχων, με    τιτανια  προσπαθεια,     σε  3  χρονια  μονο, καταφερε   να    εξασφαλισει    στεγη,   δουλεια και   περιθαλψη,   σε   1.500.000   προσφυγες.  
Και  αυτοι  σε  μια  δεκαετια, με   τη   φιλοπονια  και   το   φιλοπροοδο  πνευμα  τους,    
της   εδωσαν   δυναμη,   από  τη  δικη  τους  δυναμη.
Μετετρεψαν   την   τραγωδια,   σε   δημιουργια!
Εκαναν    το    δραμα,     θαυμα    και   ο    ξεριζωμος, συμφωνα   με   τον   Σαραντο    Καργακο, γινεται    ριζωμος,     γινεται     ανθοβολημα
και    νεα    καρποφορια   για    την     Ελλαδα.
Πριν   τη    καταστροφη,    με    σιδερενιο    κρικο   την    αλληλεγγυη,   δημιουργικοί   και   ευρηματικοί,     εμπορικα    και    επιχειρηματικα    δραστηριοι,   χρυσοχερηδες,     κυριαρχούσαν   στο   θαλασσιο    εμποριο  και   σε   όλα    τα    επαγγελματα, με   επιστημονες   και   τεχνιτες   απαραμιλλης    καλαισθησιας.
Η   εργατικοτητα   ενός   Ελληνα  εφτανε   με  10  Τουρκων,  λένε, αφου   ως    μεγαλυτερο   ελλατωμα   και   απο    την    κλεψια    ακομα,    θεωρούσαν   την    τεμπελια. 
Στη   Σμυρνη,   το  70%  του  εμποριου  και  της  οικονομιας κατειχαν    οι   Ελληνες    και   ηταν θεμα χρονου, να γινει ολοκληρη η περιοχη, ελληνικη,                                                                                                                     αν   δε   συνεβαινε,   στο  μεταξύ,   η τραγωδια.
Μορφωναν   τα  παιδιά  τους,  με   υψηλου   επιπεδου   παιδεια    και   χαρακτηριζονταν,  χωρίς   υπερβολή,     αριστοκράτες,ζωντας    σε  υψηλό   βιοτικό   και   πολιτιστικο   επίπεδο,με   Ευρωπαικα    προτυπα.
Αξιοσημείωτη  είναι  η ύπαρξη  πεντε  λυρικών  θεάτρων, στη   Σμυρνη,    όταν  στην  Αθηνα,  δεν  υπήρχε  ουτε   ένα!
Γι’ αυτό   και   οι  Ελληνες    στρατιωτες, όταν   αποβιβαστηκαν    εκει,    βρεθηκαν   προ   εκπληξεως!
Διαπίστωσαν,   πως   δεν   ηρθαν   από   τη   Δυση,   στην   Ανατολη. Η    Δυση,   ηταν   στην    Ανατολη!                        
Με το ερχομο τους, εκτος από τον πολιτισμο τους                                                                    εφεραν    και    μια    μοναδικη     αξιοπρεπεια. Τονιζω,  ότι   δεν  υπηρξε,  ουτε  ενας  προσφυγας,     ζητιανος.   
Στο    κοινωνικο    μιγμα   που     δημιουργειται, από την υποχρεωτικη συνυπαρξη, δυο διαφορετικων κοσμων,   η     αντιμετωπιση    των       ντοπιων,     χαρακτηριζεται από    αναστατωση,     σκεπτικισμό,    δυσπιστία     και    πολλες    φορες     εχθροτητα.
Χαρακτηριστικό ηταν το παράπονο της Φ. Χαιδεμενου   
«Στη     Τουρκία,    μας    φέρθηκαν   σαν     Έλληνες  και    στην    Ελλάδα,    σαν     Τουρκους>> 
Στην   Ερμιονη,   δεν   υπηρξαν   πραξεις    εχθροτητας, υπηρχε  ομως   αρκετη   δυσπιστια  και   επιφυλακτικοτητα, ακομη    και    απο    τις    αρχες   του   τοπου,    όπως,   η   αποριψη   από   το    Κοινοτικο   Συμβουλιο,   πρότασης του  Προεδρου   για   προσφορα  3000 δρχ,    από  το  αποθεματικο  κεφαλαιο, για  την  στεγαση  και   περιθαλψη   απορων   προσφυγων.       
Εμφανεις    ησαν   οι    διαφορες,     στην   κουλτουρακαι   την    καθημερινοτητα,     οπως η   συνηθεια  ορισμένων   συμπολιτών   μας, να  αναφέρονται  στα    Θεια,  προκειμένου     να    ξεθυμανουν   από  το  θυμο  τους,  που  εκανε    εξαιρετικα  ασχημη   εντυπωση   στους    προσφυγες, οι   οποίοι   δεν   εβριζαν   ποτέ   τα   θεια. 
Λυπη    και   περισκεψη,    δημιουργουσαν   στους   προσφυγες, καποιοι   λιγοστοι,    συμπολιτες    μας, κυριως    εμποροι    και   ανθρωποι   της   αγορας,    που νομιζαν   ότι  οι  φτωχοι  και   εξαθλιωμενοι  αυτοι ανθρωποι και    κυριως   τα   μικρα   παιδιά, ηταν ευκολα  θυματα   εκμεταλευσης,  ή   ακομα   και   απατης και    προσπαθουσαν  να  κερδοσκοπήσουν   εις   βαρος   τους.
Επισης,    νεαροί    Ερμιονιτες,     συνήθως     μεθυσμένοι,   εκαναν  καντάδα,  στις  όμορφες  προσφυγοπουλες και      απαιτούσαν   να   βγουν  από τα σπιτια τους,  να   τις   θαυμασουν.
Αυτές   δεν   έβγαιναν,   οι   νεαροί   πετούσαν  πέτρες   και   ακολουθουσαν    κυνηγατα    μαγκουρες  και αλλα σχετικα!
Ωστοσο,   αν    και   ειχαν    χασει,  τον    παράδεισό   τους, …….  όπως   ελεγαν,    αναπολωντας,   τα    ομορφα   χρονια,   στην    Ατταλεια,    δεχθηκαν   τη   νεα  πραγματικοτητα   καρτερικακαι  χαρακτηρισαν την Ερμιονη,  ως    ένα   «ησυχο   χωριο».
Με   τα   χρονια,    οι    Ερμιονιτες    τους     αποδέχτηκαν,    ως    ισότιμους    συμπολίτες,   συνεργάστηκαν   μαζί   τους, αναγνωρισαν   την   αξια   τους και    τον   καλο   τους   χαρακτηρααξιοποίησαν   τις   ικανότητες   και    τα  προτερήματά  τους και    όχι     μονο,    δεν    τους     ενοχλούσαν, άλλα   τους    αποδέχονταν,   με    σεβασμό.
Στο   VIDEO,   η   μαρτυρια   του   Σταυρου   Πεχλιβανιδη, δειχνει  περιτρανα,  τα   αισθηματα  των   Ερμιονιτων.   
Την ημερα,  που  οι  εξαθλιωμενοι  αυτοι   ανθρωποι, κατεκλυσαν   το  λιμανι  μας,   κανεις,    δεν  φανταζοταν,   ότι   με   την  προκοπη  τους      και    τις    νεες     ιδεες   τους,    θα   αποτελουσαν,   σημαντικη    δυναμη   προοδου   για   τη   μικρη   Ερμιονη.  
Ο    δάσκαλος   Μιχαηλ   Παπαβασιλειου,     γράφει: «Οι    Μικρασιάτες     πρόσφυγες,
που   κατακλύσανε,   το    φθινόπωρο   του ’22,  το  χωριό  μας,    δώσανε   στη    ζωή   μας,   τελείως    διαφορετικό    νόημα».
Και  η   Δέσπω   Βροχίδη,   ακουσε   έναν  συμπολιτη  μας,  να   λεει  σε  καποιον  άλλο:  «Τούτοι οι   άνθρωποι,  που  ήρθαν από  τη  Μικρα Ασία, καινούργιο   αίμα,   ήτανε   στο  κορμί  του  τόπου  μας. Πολλά   θα   μάθουμε   από  αυτούς. Κοιτάξτε να  τους  μοιάσουμε,  για  να  δούμε  άσπρη  μέρα».
Ο    Μιχαλης   Δεληγιαννης,   πρωταγωνιστης   στα    γεγονοτα του   ΟΚΤ   του ΄22   και   γνωριζοντας  τις   ικανοτητες   τους, αργοτερα  το   1927,    ως   Προεδρος   της   Κοινοτητας, κανει   στο  Κοινοτικο  Συμβουλιο    την   παρακατω   προταση: <<ταπητουργοι, υφανται,  οικοδομοι,    υποδηματοποιοι και αλλοι τεχνιται, εκ των προσφυγων,   αποκαθισταμενοι   εις    την    κοινοτητα   μας, ουσα   παραλια  και    εχουσα   κλιμα και    υδατα   ποσιμα,    υγιεινα  και   αφθονα, θα ευρωσιν εργασιαν, προς συντηρησιν των οικογενειων αυτων   και   θα    αποβωσιν    χρησιμοι, στο  συνολο   των   κατοικων  της   κοινοτητος>>   και   το    Συμβουλιο,    αποφασιζει   παμψηφει,   να   παραχωρηθουν  δωρεαν,  κοινοτικα   οικοπεδα,    στο    Δυτικον   ακρον  της   πολης  για  να κτισουν σπιτια.
Εμπορικα    δαιμονια,     τα   αδελφια   Πεχλιβανιδη,   νοικιαζαν  καικια    και   οργωναν τον   Σαρωνικο   και    τον    Αργολικο,  μεταφεροντας,     όχι     μονο    τα   προιοντα  της  περιοχης, αλλα     εφερναν     και   από   τον   Πειραια,    κυριως   παστα,  ξηρους    καρπους   και   ζαχαρωτα . Οι δυο    ζαχαροπλαστες, ο   Παντελης   Αναμουρλόγλου  και   ο    Θόδωρος    Κωνσταντινίδης, μας   εμαθαν   το  μπακλαβα,  το  ραβανι    και  το  σαραγλι, την   σοκολατινα     και   το   καιμακι   παγωτο, που μεχρι τοτε, ηταν  σχεδον  αγνωστα,  στους   περισσοτερους    Ερμιονιτες.
Τα   μαγαζια  τους,  ηταν  οασεις,   για   μικρους  και    μεγαλους,   μετα   την    κυριακατικη    βολτα. 
Oι    προσφυγοπουλες,    χειραφετημενες και    φτηνα    εργατικα    χερια,   αλλα   και    οι   μαναδες    με   τα   μωρα   στην   αγκαλια,    πηραν   τα    δρεπάνια,  τις    τσαπες   και    τα     κλαδευτηρια  και   κατεκλυσαν   τα    χωραφια   και   τα   περιβολια.
Οι   πρωτοποριακές   μέθοδοι  του   Μιμίκου    Τρουπόγλου, στη    γεωργια   και     ιδιαιτερα    στο   κλαδεμα, έγιναν   γνωστές   στην  περιοχή   και  δεν   υπηρχε   περιβολαρης   ή   κτηματιας,  να  μη   ζητησει  τη  γνωμη  του.
Αρκετοί,  βέβαια,   σαστιζαν  με  τις  συμβουλες  του  και  τον   αντιμετωπιζαν  με      ειρωνεια, σχολίαζαντας,   πισω  από  την  πλάτη  του: «Παει,   τουστριψε    του    κακομοιρη, από    της    προσφυγιας   τον    καημο. Ακους,    να   μας   λεει  να   μιλαμε  με   τη   γη  μας και   να   αφουγκραζομαστε  τα δεντρα, γιατι   αισθανονται   και   μας    μιλουν!».
Στο   τέλος,  όμως,   ολοι   αναγνωριζαν την   αξια του, ζητουσαν    τη   γνωμη   του   και    ελεγαν: «Μεγαλονοικοκυρης,     πρεπει   να    ηταν    ο   μπαρμπα-Μιμικος!».
Απο τους αργαλειους, εβγαιναν αριστουργηματα, σε    χαλια   και    υφαντα,   που    ξεχωριζαν,  για  τον   ιδιαιτερο   τροπο    επεξεργασια και  για  τα   αναλαφρα   και   με   λαικα  θεματα   σχεδια τους.   Το σχολειο του Συγγρου,  μετατραπηκε  σε  ταπητουργικο εργαστηρι,   οπου   για   πολλα    χρονια,  προσφυγοπουλες,διδασκαν    ταπητουργια,   σε    Ερμιονιτισες. 
Άλλες,   επιασαν    τις   βελονες   και   εκαναν   αξιοζηλευτα κεντηματα   και   ρουχα.                                            
Οι    κοπελες   της   Ερμιονης,   ετρεχαν   σε  αυτές, για  να   φτιαξουν   την   προικα  τους, μαθαινοντας   εργοχειρα   και  κυριως   τη   βυζαντινη   βελονα,  ένα   πολύ   ιδιαίτερο  και    τρόπο    κεντηματος.    
Επισης,  οι   Ερμιονιτισες,    εμαθαν    πολλα,  για  το  στολισμα  της  νυφης,  το  στρωσιμο  του τραπεζιου, και   γενικα,  για  θεματα  αισθητικης  και  καλαισθησιας.
Οι   Μικρασιατισες,   ακολουθωντας  τη  λαικη  ρηση,   «Τις   ιστοριες  του  τοπου   σου,                             για   να  μην  τις  ξεχνας,   να  τις  βαζεις  στα  φαγητα»,  με   την   ποικιλια  των  μπαχαρικων, των    εξαισιων   μυρωδικων   και    βοτανων,   δημιουργησαν    ένα    γευστικο   πολιτισμο, που   εχει   κατακτησει    ολοκληρο   τον   κοσμο.         
Με    τον    ερχομο   τους,  εγκαταλειπεται, η   «σπαρτιατικη λιτότητα»    της     Ελλαδικης    κουζινας και    εισβαλει    ορμητικα   η   Πολίτικη και    Σμυρνεϊκη  εξωτικη    γευση.                              
Μοιραια,  άλλαξε   και    η    κουζίνα    της    Ερμιόνης,  αποκτωντας    μια    άλλη    διασταση   και    ποιοτητα, παρ’ ότι    πολλα    από   τα   υλικα  τους, ηταν   αγνωστα   στις    Ερμιονιτισσες και  πολλες   φορες,   τα  χρησιμοποιουσαν,  
για    άλλο    σκοπο,   αντι    για   τη   μαγειρικη.
Η   μουσική   χορος,  ηταν    το    βαλσαμο,   για   το   πονο  της  προσφυγιας και     οι    μουσικές     εκδηλώσεις,     ήταν      ιεροτελεστίες,για    να    διατηρηθεί   η    κοινή   τους    ταυτότητα και   να    μεταδοθεί   στις    επόμενες    γενιές.
Η    ποικιλία των    ήχων    και     ρυθμών,   που     κυριάρχησε,   έσπασε    τη    μονοκρατορία    του    Δημοτικού    τραγουδιού, και   ανοιξε   το    δρόμο,    για   το   ρεμπέτικο.  
Οι   Ερμιονιτες,   κατ εξοχήν     γλεντζέδες     και     κοινωνικοι,   ταιριαξαν    με    τους    προσφυγες, δημιουργηθηκε      ένα    ιδανικό    μείγμα και     άρχισαν    οι    βεγγερες    και    τα  γλέντια.  
Οι   σφουγγαραδες  μας,   άλλωστε,   πριν   τη  καταστροφή, από  τα    παραλια    της    Μικρας    Ασιας,    εκτος    από    σφουγγαρια,   εφερναν    και    στοιχεια    μουσικης   και     πολιτισμου.
Για    παραδειγμα,   το    τραγουδι   «Σε  καινουρια  βαρκα  μπηκα  και στον  Άγιο  Γιαννη βγηκα!»   είναι   παραφρασμενο   απο   το    Μικρασιατικο
«και    στο    Μιχαλιτσι     βγηκα».                         
Ο   Μαρκος    Βροχιδης,    με  το   ούτι   και  το   κανονάκι  του, οι   κόρες   του   Τρουπόγλου   με  το  μαντολίνο τους,   ο   Παναγιωτης   Κωνσταντινιδης    με   το    γραμμόφωνό   του και  η  οικογένεια    Βλαστού    με  τη  μουσική  της  παιδεία και     τη   γνώση     των  ευρωπαϊκών  και  μοντέρνων   χορών, έδωσαν  ένα   διαφορετικό   χρώμα,   στη  διασκέδαση  της  Ερμιονης.
Το   ταγκό,   το   βαλς,   η  πόλκα,   ο  καρσιλαμάς και  το  τσιφτετέλι,   άρχισαν   να   χορεύονται  στα   πάρτι,   με   τις   προσφυγοπούλες, να    σαγηνεύουν  τον    ντοπιο    ανδρικό   πληθυσμό.
Ο    Παναγιωτης    Κωνσταντινιδης,     έμαθε   στα    ζευγάρια,  τις   καντρίλιες    και   οι    κόρες    του, ειχαν   μετατρεψει,   το   σπίτι  τους,     σε    χοροδιδασκαλειο.
Ο Βασίλης Προβελλεγγατος, εμαθε σε πολλά  παιδιά της  Ερμιόνης   και   ειδικά     στους    προσκόπους, τη    σάλπιγγα    και  το   τυμπανο.
Οι   συμπολιτες    μας,   λαικοι     οργανοπαικτες, Ηλιας και  Λεωνιδας  Νακος, με το βιολι και το  λαουτο τους, επαιζαν   με   δεξιοτεχνια   Μικρασιατικους   σκοπους.                                        
Αριστοι  τεχνιτες,  όπως  ο τσαγκαρης   Παναγιωτης  Κωνσταντινιδης,   ο    ραφτης   Θανασης      Παπαθανασιου και   ο   σιδηρουργος   Μαρκος     Βροχιδης,                        ειχαν    στα     μαγαζια  τους,    πολλα   παιδιά και   τους    μαθαιναν    με    μερακι   την    τεχνη τους.   Απο   εκει   βγηκαν    αργοτερα,   εξαιρετοι    Ερμιονιτες   τεχνιτες.

Κυριες   και  κυριοι, η 14  Σεπτεμβρίου, με το νέο  ημερολογιο,   ανακυρηχθηκε,    ως<<ημερα   μνημης   για  τη  Μικρασιατικη   τραγωδια. >>
Είναι  η   ημερα,  που   θυμομαστε,    τη  φλεγομενη   Σμυρνη,   την   εξαθλιωμενη  προσφυγια,    και   το   μαρτυριο  του  Χρυσοστομου, είναι   και   μερα   νοσταλγιας,    των   αλησμονητων   πατριδων,   όπως  τις  αποκαλουν οι   Μικρασιατες     και   όχι   των   χαμενων πατριδων. Αν   και   << τωρα    εκει,   όλα   είναι   λειψανο. Τωρα   εκει,   ο   μυλος   αλεθει   ερημια>>,οπως    γραφει,   ο   Μενελαος     Λουντεμης, οι    πατριδες   χανονται,     όταν  τις    ξεχναμε, δεν   χανονται,  όταν   είναι   ριζωμενες  στην ψυχη μας.
Είναι    και    μερα    διδαγματων,    για    να    θυμομαστε, ότι   στις   διακρατικες    και    συμμαχικες     σχεσεις, δεν   υπαρχουν    συναισθηματισμοι,     παρα    μονο    υποσχεσεις,   οι   οποιες    ξεχνιουνται,   όταν    θιγονται   τα    συμφεροντα.
Είναι    όμως     και    μερα,    να     θυμομαστε, για    μια    ακομη    φορα,   την    Ελληνιδα   μανα.  
Τη    μανα    του    Ελληνα     στρατιωτη,   που   εστειλε    το    παιδί  της,   στα   βαθη  της  Ανατολης, αλλα   και   τη   μανα – προσφυγα, που   εφερε,  τα   ξεριζωμενα   βλασταρια  της,   στην  Ελλαδα και    προσπαθησε   να   τα   φυτεψει     παλι.  
Τα  ειδε  να  ανθουν   και  να   καρποφορουν,  αλλα  δεν ξεχασε   και     ποτέ    δεν   θα   ξεχασει,  τη   φοβερή  σφαγή του 22.  Παντα,   θα   την   θυμαται!
Ολοκληρώνοντας,  κυριες   και   κυριοι,    την    ταπεινη  μου   προσπαθεια,   για    προσεγγιση   του   πονου   και   της    προσφορας,   των    Μικρασιατών  και    της     δρασης   των    προγονων    μας,  του     ’’22,  νομιζω,    ότι    ολοι    οι    Ελληνες   
τη    Μικρασια,   την   κουβαλαμε  μεσα  μας, σαν    γλυκεια    αναμνηση,     σαν    πονο,    σαν      καημο, αλλα    και   σαν    αιτια   περηφανειας    και  ελπιδας.
Ακομη    και    αν,    δεν    μας  ανηκει   πια,  μας    ανηκει  η    Ιστορια  της,   κατι,   που    κανείς, ουτε ο  ιδιος   ο   χρονος,    μπορει   να  μας  στερησει.
Χρεος    μας    είναι,   να    θυμομαστε,  για    να   σωσουμε   την   Ιστορικη   μας   μνημη,
που    θα    σωσει   και    εμας.
Οποιος    διασωζει    την     Ιστορικη   του   μνημη, διασωζει    και   την  υπαρξη  του.
Ξερει   ποιος    είναι,    ξερει,   από   πού   ερχεται, από   ποιους    ερχεται,      ξερει   πού  παει.  
Ως    Ερμιονιτες,   πρεπει    να   ειμαστε  υπερηφανοι, για   τους   προγονους   μας,                                     οι  οποιοι,    δεν   ειχαν  πλουτη,    δεν   ειχαν  υποδομη, ειχαν   όμως   αγνα  αισθηματα   φιλοξενιας  και  φιλαλληλιας, ειχαν   πραγματικο    πολιτισμο, ειχαν    αξιες     και      αγκαλιασαν, τους    ρημαγμενους    προσφυγες    του  ΄΄22, τιμωντας,    για  μια  ακομη  φορα,   την  καταγωγη  τους και   τη    μακραιωνη   ιστορια   της   πόλης μας.
Προσωπικά,    ενιωσα     υπερηφανος, στη    γιορτη   της    Τζικοπαναγιας,  του Ταυρου,
χωρο    ετησιας    συναντησης   των    Ατταλειωτων, όταν   συναντησα,  παιδιά    και    εγγονια   τους, που   γνωριζοντας,    την    περιπετεια    των  προγονων   τους, επαινεσαν,  τη   μεγαλη   προσπαθεια   των    συμπολιτων μας   και    πολλοι,   εχουν   επισκεφθει   την    Ερμιονη, για   να   τιμησουν    το    Ελληνικο   χωμα,
που   πατησαν   για   πρωτη   φορα  οι   προγονοι τους.
Τελειώνοντας,                  
απευθυνομαι     στους    απογόνους    των   Μικρασιατών    και   τους   λεω   με   αγαπη   και    σεβασμο: Οι    παππούδες,   οι   γιαγιάδες   και   οι   γονείς   σας, με   βαθεια    πιστη   στο    Θεο    και   την   Ελλαδα, αν   και   σκλαβωμενοι,    μεγαλουργησαν  και    μας    διδαξαν, ότι   ο   Αχμετ   και   ο   Μιμικος,   η   Αισε  και   η     Δεσπω, μπορουν να  ζησουν   αρμονικα,  με  κατανοηση  και  αγαπη.  
Πονεμενοι  και   ρημαγμενοι,  άφησαν  τους   νεκρούς, τα    σπίτια,   τις   περιουσίες   τους,   τον    παραδισενιο   τρόπο    ζωής   τους, ηλθαν   στην    Ελλαδα και,   συμφωνα   με   τον    Ελευθεριο    Βενιζελο,      εγιναν «το    νέο   αίμα   και   η   ευλογία   της».             
Αποτέλεσαν    το     λάδι    της     μηχανής,  για    την    προοδο   της    συγχρονης    Ελλαδας.
Εδωσαν     περισσοτερα     από   οσα     πηραν  και     μετετρεψαν    την    τραγωδια,    σε    θαυμα!
Το   1922,     είναι     σταθμος      συντριβης, αλλα     και    αφετηρια    αναγεννησης    της   χώρας   μας!
 Η  Ελλαδα  και  οι  Ελληνες,  τους  οφειλουν  πολλα!    
Να    ειστε      υπερηφανοι  και   να    αντλειτε     δυναμη    από   τη   μνημη   τους!

Γνωριζοντας,    τέλος,    ότι,   ολοι    σας, με      αστείρευτο    καημό,     νοσταλγείτε, την     αγαπημένη    γη    των    προγόνων   σας, τη    Σμύρνη,     την    Αττάλεια,   το    Ικόνιο,    τα    Σόκια,    σας     αφιερώνω, τους   στίχους,  του ποιητή  μας,   Ιωάννη    Πολεμη: 
«Τι  κι αν τρώει, τα σπλάχνα μου,το σαράκι;
Tι  κ αν βαδίζω, αγύριστα, χρόνο με το χρόνο; 
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή 
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.....»
                                    
                                       ------ΣΑΣ    ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ—

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια: