Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…

Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…
ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ...

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Εκδήλωση τιμής και μνήμης σε πέντε αξιόλογες αρχιερατικές μορφές του Αγώνα

Από το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης.

Ρεπορτάζ
Σταμάτης  Δαμαλίτης


Το Σάββατο 26 του μηνός το Ι.Λ.Μ.Ε. στην μεγάλη αίθουσα του ιστορικού τμήματος του μουσείου όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες στα πλαίσια του εορτασμού της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων Ιανουάριος – Μάρτιος 1827 εδώ στην Ερμιόνη, με  μια σεμνή εκδήλωση τίμησε πέντε αξιόλογες αρχιερατικές μορφές του Αγώνα, που η ιδιαίτερη πατρίδα μας είχε την τιμή να   έχει ως πληρεξούσιους του Έθνους στις πρώτες εργασίες της Εθνοσυνέλευσης.

Οι πέντε αυτοί αρχιερείς που λάμπρυναν με την προσωπικότητά τους και το έργο τους τον τόπο μας και τίμησαν με την παρουσία τους την ιδιαίτερη πατρίδα μας είναι: Οι Μητροπολίτες Τριπόλεως Δανιήλ, Κορίνθου Κύριλλος, Κυνουρίας Διονύσιος και οι Επίσκοποι Ανδρούσης Ιωσήφ και Βρεσθένης Θεοδώρητος.
Για τη ζωή και το έργο τους στον Αγώνα της Επανάστασης μας μίλησε ο Ερμιονίτης Αρχιμανδρίτης Ιερέας και Κήρυκας Θείου Λόγου π. Δημήτριος Βλάσσης, ο οποίος με ένα λόγο γλαφυρό και γεμάτο σεβασμό ξετύλιξε όλες τις πτυχές της προσωπικότητάς τους και τη μεγάλη τους προσφορά στον Αγώνα.

Προηγουμένως η πρόεδρος του Ι.Λ.Μ.Ε. κ. Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ με δύο λόγια  προλόγισε την εκδήλωση και παρουσίασε κρυφές πτυχές της προσωπικότητας του ομιλητή ιερέως ενώ τον επίλογο της εκδήλωσης έκανε ο αντιπρόεδρος του Ι.Λ.Μ.Ε. Γιάννης Δημαράκης. Επίσης, το λόγο στη συνέχεια πήρε ο Δήμαρχος Ερμιονίδας Δημήτρης Καμιζής για να μας πει εκτός των άλλων, για τις αντιθέσεις που παρουσιάζει η ιστορία μας σύμφωνα με τα υποκειμενικά στοιχεία που χρησιμοποιεί στο διάβα των χρόνων ο κάθε ιστορικός. Γι’ αυτό το λόγο πρότεινε στην πρόεδρο του ΙΛΜΕ να συνεργαστεί με τον συμπατριώτη μας ιστορικό κ. Λίνο Μπενάκη για μια έρευνα και συγκέντρωση όλων των ιστορικών στοιχείων στα πλαίσια του νέου ενιαίου Δήμου Ερμιονίδας.

Παραθέτουμε αυτούσια όλη την ομιλία του π. Δημητρίου Βλάσση

Ἀντί προλόγου.
Ὅσο καί ἄν ἀμφισβητήθηκε τούς τελευταίους χρόνους ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στήν Ἐθνική Παλιγγενεσία, ἀλλά καί διαχρονικά, ὅσο κι ἄν διαστρέβλωσαν τήν ἴδια τήν ἱστορία δέν μπόρεσαν
 νά σιγάσουν τήν φωνή καί τήν μαρτυρία τῶν ἰδίων τῶν ἀγωνιστῶν, τῶν ἐγγράφων καί τῶν ἀπομνημονευμάτων τους, τά ὁποῖα κάνουν λόγο γιά ἀποφασιστικῆς σημασίας συμμετοχή τοῦ κλήρου στήν ἐπιτυχία τοῦ ἀγώνα.

Δέν προσχωρῶ σέ συνωμοσιολογίες, ἀλλά πολλοί συμπατριῶτες μας εὐλόγως διερωτῶνται ἄν ὑπάρχει πολιτική σκοπιμότητα πίσω ἀπό τήν ἐργώδη αὐτή προσπάθεια νά ξαναγραφῆ ἤ μάλλον νά σβηστῆ ὀριστικά ἡ Ἑλληνική ἱστορία. Ἀφήνω τήν ἀπάντηση στόν κάθε νουνεχῆ ἀκροατή καί θά ἀσχοληθῶ μέ λίγα ἱστορικά τῆς ὑποθέσεως:

• Ἡ ἐθνική συνείδηση τῶν Νεοελλήνων διαμορφώθηκε μόλις λίγα χρόνια πρίν ἀπό τό 1821 ὅπως λέγεται; Φυσικά ὄχι. Ἐκατοντάδες μαρτυρίες Ἑλλήνων καί ξένων, κληρικῶν καί λαϊκῶν, περισσότερο ἤ λιγότερο μορφωμένων διαψεύδουν τήν ἄποψη αὐτή. Ἑλληνικό ἔθνος μέ συνείδηση ἐνότητος ὑπάρχει ἀπό τήν ἀρχαιότητα. Ἤδη τόν 5ο αἰώνα π.Χ. ὁ Ἡρόδοτος καταγράφει τά συνδετικά στοιχεία πού ἔνωναν τίς ἑλληνικές πόλεις κράτη: Ἡ κοινή καταγωγή, ἡ γλώσσα, ἡ θρησκεία, τά ὁμότροπα ἤθη. Παραμένει αὐτή ἡ συνείδηση ἐνότητος καί στήν ἐλληνιστική καί βυζαντινή περίοδο, καί φτάνουμε στήν ἀπάντηση τοῦ Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Ἰωάννου Βατάτζη πρός τόν Πάπα Νικόλαο Θ΄ τό 1250: Εἴμαστε τό ἀρχαῖο γένος τῶν Ἑλλήνων, ἀπό τό ὁποῖο ἄνθισε ἡ σοφία γιά ὅλον τόν κόσμο. Ἀναφαίνεται καί στήν τελευταία ὀμιλία τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ὅταν ὀνομάζει τήν Κωνσταντινούπολη «ἐλπίδα καί χαρά πάντων τῶν Ἑλλήνων». Γύρω στό 1700 ὁ φλογερός ἱεροκήρυκας Ἠλίας Μηνιάτης παρακαλεί τήν Παναγία ὡς ἐξής: «Ἔως πότε τό τρισάθλιον γένος τῶν Ἑλλήνων ἔχει νά εὐρίσκεται εἰς τά δεσμά μίας ἀνυποφέρτου δουλείας;».

• Στό ἄν περνούσαν καλά οἱ Ἕλληνες ἐπί Τουρκοκρατίας, μέ δικαιώματα καί ἐλευθερίες, ὅπως λέγουν, ἄς ἀφήσουμε τίς μαρτυίες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νά ἀπαντήσουν: Στά μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος ὁ Γάλλος Ἰησουίτης Ρισσάρ καταγράφει τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τήν ὑπόδουλη Ἑλλάδα: «Νά σκεφθῆ κανείς ὅτι οὐδέποτε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καί τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστεί ὁ Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους ἀπό αὐτούς πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολική Ἐκκλησία...». Τόν 17ο αἰώνα ὁ Μουσουλμάνος περιηγητής Ἐβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει βίαιους ἐξισλαμισμούς καί παιδομάζωμα στή Βέροια, στήν Ἔδεσσα καί σέ ἄλλες πόλεις. Τό δημοτικό μας τραγούδι ἔχει καταγράψει τόν θρήνο τῶν μανάδων γιά τά παιδιά τους ὡς ἐξής: «Ἀνάθεμά σε Βασιλιά (Σουλτάνε) καί τρισανάθεμά σε.... νά μάσεις παιδομάζωμα, νά κάνεις Γενιτσάρους... πέρσυ πήραν τόν γιόκα μου φέτος τόν ἀδελφό μου»! Περί τό 1760 ὁ Ἰωάννης Πρίγκος ἀπό τό Πήλιο γράφει: «Τέτοιος βάρβαρος ἄδικος εἶναι ὁ Τούρκος». Στά τέλη τοῦ 18ου αιῶνος ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἀγιορείτης καταγράφει 87 ἀπό τά ἀναρίθμητα μαρτύρια Νεομαρτύρων, δηλαδή Χριστιανῶν πού βασανίσθηκαν καί θανατώθηκαν λόγω τῆς Χριστιανικῆς τους πίστεως. Ὁ Φωτάκος Χρυσανθόπουλος, ὑπασπιστής τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη, στά ἀπομνημονεύματά του μᾶς δίνει μαρτυρία κρυφοῦ σχολειοῦ πού ὀργάνωναν οἱ ἱερείς φοβούμενοι τούς Τούρκους.

• Οἱ κλέφτες ἦσαν ἐθνικοί ἀγωνιστές ἤ φυγόδικοι ἐγκληματίες, ὅπως ἀκούσαμε να λέγεται; Ἄν κάποιος Ἕλληνας ἔβλεπε τόν Τούρκο νά βιάζει τήν ἀδελφή του καί ἐπετίθετο στόν βιαστή, τότε ναί, ἴσως κάποιοι ἀπό τούς κλέφτες τῶν βουνῶν νά ἦσαν φυγόδικοι. Ἀλλά ἀπό τό ἄδικο δικαστήριο τοῦ κατακτητή. Σημαντική λεπτομέρεια, ἡ ὁποία ἀποσιωπήθηκε. Ὅσο δέ γιά τή συνείδηση τῶν ἰδίων τῶν κλεφτῶν, τήν ἐξηγεί ὁ Θ. Κολοκοτρώνης, ὁ ὁποῖος ἀνδρώθηκε μέσα στήν κλεφτουριά. Λέγει, λοιπόν, στόν Ἄγγλο Ναύαρχο Χάμιλτον ὅτι οἱ κλέφτες καί οἱ ἀρματολοί στά βουνά εἶναι ἡ φρουρά τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ἡ ὁποία συνεχίζει ἀκόμη νά πολεμᾶ.

• Ἤσαν μόνο οἰκονομικά τά αἴτια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως; Ἀξία ἔχει ἡ ἄποψη τῶν ἰδίων τῶν ἀγωνιστῶν: Μάχου ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος, διεκήρυξε ὁ Ἀλ. Ὑψηλάντης τόν Φεβρουάριο τοῦ 1821. Ἀγωνιζόμαστε γιά τόν Χριστό καί τόν Λεωνίδα, ἔγραφε ἡ προκήρυξη τοῦ Ἀθανασίου Διάκου πού δημοσιεύθηκε σέ Ἰταλική ἐφημερίδα τῆς Τεργέστης.

Αὐτά τά λίγα ὡς φόρο τιμῆς γιά τήν ἀλήθεια τοῦ 1821. Ἄς περάσουμε τώρα σέ πέντε κληρικούς, ἐπισκόπους στόν βαθμό, τιμώντας ἔτσι καί ὅλους τούς κληρικούς, πού ἀγωνίστηκαν τό 1821 καί τούς πρίν καί τούς μετά. Αὐτοί ἐπελέγησαν ἀπό τήν Κα Ἤρα Φραγκούλη μέ κριτήριο τό γεγονός ὅτι ἔλαβαν μέρος στήν ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἑρμιόνης καί πάτησαν τά μέρη πού πατοῦμε.

1) Μητροπολίτης Τριπολιτζᾶς Δανιήλ Παναγιωτόπουλος, κατά κόσμον καλούμενος Διαμαντῆς, πού γεννήθηκε στή Δημητσάνα, τό 1765, στενός συγγενής τοῦ πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καί ἴσως υἱός ἱερέως. Ξεκίνησε ὡς λαϊκός δάσκαλος. Προσελήφθη ἀπό τήν οἰκογένεια τῶν προεστῶν Δεληγιαννέων στά Λαγκάδια τῆς Γορτυνίας ὡς οἰκοδιδάσκαλος στήν ἀρχή καί κατόπιν ἴδρυσε σχολείο στά Λαγκάδια, ὅπου ἐδίδασκε γιά ἀρκετά χρόνια. Ἡ πενία ὑπῆρξε σύντροφος τῆς ζωῆς του, καθώς ἡ ἀμοιβή του δέν ἦταν ἰκανοποιητική καί ἐπί πλέον ἔπρεπε νά συντηρῆ καί τήν οἰκογένεια τοῦ ἀποθανόντος ἀδελφοῦ του. Τό 1814 χειροτονεῖται διάκονος, πρεσβύτερος, καί ἐπίσκοπος στήν Ἄκοβα. Ἀξίζει νά σημειωθῆ ὅτι καί μετά τήν χειροτονία του εἰς ἐπίσκοπον ἐξακολούθησε νά διδάσκει. Τό 1819 γίνεται ἀρχιερέας στή μητρόπολη Ἀμυκλῶν καί Τριπολιτζᾶς. Σώφρων, πολυμαθής, ἐνάρετος, φλεγόταν γιά τήν ἐλευθερία τοῦ Γένους καί νωρίς ἔγινε φιλικός. Παρά τό ὅτι ἡ ἕδρα του ἦταν ἕδρα καί τοῦ τούρκου διοικητή τῆς Πελοποννήσου ἐκινήθη δραστήρια καί πρός τήν κατεύθυνση τῆς ὀργανώσεως τῆς ἐπαναστάσεως. Παράλληλα διατήρησε τίς ἐπαφές μέ τούς κατακτητές πολιτευόμενος πάντοτε μετά συνέσεως γιά νά μήν κινήση τίς ὑποψίες τους καί ὁ λαός πληρώση μέ σφαγές. Ἔτσι θά εἶναι ἀπό τούς πρώτους πού θά ἀποδεχθοῦν τήν πρόσκληση τῶν Τούρκων τόν Φεβρουάριο τοῦ 1821, καί θά κλεισθοῦν στή φυλακή τῆς Τριπολιτζᾶς. Μαζί του θα εἶναι καί οἱ ἐπίσκοποι Κορίνθου Κύριλλος καί Ἀνδρούσης Ἰωσήφ.

2) Σπουδαῖος ἐπίσης φιλικός (λέγεται ὅτι μυήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Παπαφλέσσα) ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Μαλτσίνης (περιοχή τῆς Μάνης) καί μετέπειτα Μητροπολίτης Κορίνθου Κύριλλος (Ροδόπουλος). Αὐτός προσέφερε ὑπέρ τῆς ἑταιρείας 400 γρόσια, ὑπῆρξε δέ ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική προσωπικότητα καί ἔνθερμος πατριώτης. Ὁ Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος) ἀναφέρει ὅτι ἦταν ἕνα ἀπό τά πρόσωπα, πού ὁ Κολοκοτρώνης σεβόταν περισσότερο καί ἡ φιλία τους ἦταν πολύ στενή. Καταγόταν ἀπό τήν Βυτίνα καί τό 1821 ὡς μητροπολίτης Κορίνθου προσκαλεῖται κι αὐτός ἀπό τήν τουρκική διοίκηση στήν Τρίπολη καί φυλακίζεται μαζί μέ τόν Δανιήλ πού προαναφέραμε καί τόν Ἰωσήφ…

3) Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ (Νικολάου): Δημητσανίτης, ἀπό τά ἐνθερμότερα μέλη τῆς Φ.Ε. Κατάφερε νά μαζέψει σπουδαῖες εἰσφορές. Γεννήθηκε τό 1775 καί μορφώθηκε στήν περίφημη σχολή τῆς Δημητσάνας. Ὅπως καί ὁ Δανιήλ ἐργάσθηκε σάν δάσκαλος τά πρώτα του χρόνια. Μοναχός, διάκονος, πρεσβύτερος καί ἀπό τό 1806 ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης, μεγάλη τότε πόλη τῆς Μεσσηνίας. Ὁ νῦν ἐπίσκοπος Πατρῶν, Χρυσόστομος μεταφέρει τήν μαρτυρία ὅτι ὁ Ἰωσήφ, ἦτο παρών ὡς Διάκονος τοῦ Ἐπισκόπου Τριπολιτσᾶς, κατά τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Δημητρίου (14 Ἀπριλίου 1803) καί ἔγραψε τήν ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ λαμπροῦ Ἀριστέως τοῦ Χριστοῦ, Δημητρίου τοῦ Νέου Ἀθλητοῦ, καί ὅτι ἦτο πρωτεξάδελφος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Τό 1820 ἀπό ἕνα καλαματιανό γιατρό Κορνήλιο μυεῖται καί αὐτός στή φιλική ἑταιρεία καί τόν Μάρτιο τοῦ 1821 προσκαλεῖται στήν Τρίπολη μαζί μέ τούς ἄλλους ἀρχιερεῖς καί προκρίτους.

Ἄς σταθοῦμε στό γεγονός αὐτό :

Οἱ ἐπαναστατικοί σχεδιασμοί τῶν Φιλικῶν Πελοποννησίων προυχόντων-προεστῶν καί κληρικῶν, οἱ ἀσυνήθιστες κινήσεις καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ὑπόδουλου λαοῦ ἐνόχλησαν καί προβλημάτισαν τήν τουρκική διοίκηση στήν Τριπολιτσά, μῆνες πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τῆς Ἐπανάστασης. Εἶχε προηγηθεί ἡ μυστική Συνέλευση τῶν προεστῶν καί κληρικῶν στή Βοστίτζα (29 Ἰανουαρίου 1821), ὅπου πολλά συζητήθηκαν, συνομολογήθηκαν καί ὑπογράφτηκαν ἀπό τούς παρευρεθέντες. Ἐκεῖ συμφώνησαν καί ἀποφάσισαν νά μή μεταβοῦν στήν Τριπολιτσά, ἐάν κληθοῦν, γιατί ἦταν βέβαιη ἡ καταδίκη τους.

Ἀπό τά τέλη τοῦ 1820 εἶχαν σχεδιαστεί ἀπό τούς Τούρκους σφαγές τῶν Ἑλλήνων προυχόντων καί θρησκευτικῶν ἡγετῶν, γιά νά προλάβουν ἐνδεχόμενες ἀνεπιθύμητες κινήσεις τῶν ὑποδούλων. Περίπου ἕνα μήνα πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τῆς ἐπανάστασης, τόν Φεβρουάριο τοῦ 1821, ἡ τουρκική διοίκηση ἀποφάσισε νά προσκαλέση στήν Τριπολιτσά τούς προύχοντες καί ἀρχιερεῖς τῆς Πελοποννήσου, ὑπό τό πρόσχημα διαβουλεύσεων.

Σκοπός τους ἦταν νά ἀποφύγουν ἀπρόβλεπτες ἐξελίξεις, οἱ ὁποῖες θά ἀνέτρεπαν τό κλίμα ἡρεμίας στή χώρα, τή στιγμή μάλιστα πού ὁ Χουρσίτ, ὁ νέος πασάς τῆς Πελοποννήσου, ἦταν ἀπασχολημένος στά Γιάννενα, προσπαθώντας νά περιορίσει τίς δραστηριότητες τοῦ Ἀλή Πασά. Τό ἔργο ἀνέλαβε ὁ Μεχμέτ Σελήχ, ἀναπληρωτής τοῦ ἀπουσιάζοντος πασά, γνωστός ὡς καϊμακάμης. Οἱ προύχοντες καί οἱ ἀρχιερεῖς, παρά τά συμφωνηθέντα στή Βοστίτζα, ἀνταποκρίθηκαν στίς τουρκικές ἀρχές τῆς Τριπολιτζᾶς, προκειμένου νά διασκεδάσουν τίς βάσιμες ὑποψίες τους καί νά μή δώσουν ἐπιχειρήματα γιά γενικευμένες σφαγές.

Τό πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Φεβρουαρίου 1821 (8-9 τοῦ μηνός) ἐμφανίστηκαν ενώπιον τοῦ καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί καί ὀκτώ ἀρχιερεῖς μέ τίς συνοδεῖες τους˙ οἱ ἀρχιερεῖς, Τριπολιτζᾶς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ἀνδρούσης Ἰωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος καί Ὠλένης Φιλάρετος.

Οἱ προύχοντες καί ἀρχιερεῖς τῶν Πατρῶν καί Καλαβρύτων δέν προσήλθαν, ἐφαρμόζοντας τή σχετική ἀπόφαση τῆς Βοστίτζας, παρά τίς ἐπίμονες προσκλήσεις καί τίς διαβεβαιώσεις τῶν Τούρκων γιά τήν ἀσφάλειά τους. Τό γεγονός ἐνίσχυσε τίς ὑποψίες τοῦ Σελήχ καί τῶν Τούρκων τῆς Τριπολιτζᾶς. Ἡ τουρκική διοίκηση ὑπέθετε ὅτι μέ τήν αἰχμαλωσία τῶν πολιτικῶν καί θρησκευτικῶν ἡγετῶν θά φρονημάτιζε τούς ὑπόδουλους καί θά ἀνέστελλε κάθε σκέψη καί κίνηση ἀμφισβήτησης τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, πού θά καθιστοῦσε ἐπισφαλή τή θέση τῶν Ὀθωμανῶν στόν Μοριά.

Τίς λεπτομέρειες τῆς φυλάκισης τῶν ὁμήρων γνωρίζουμε ἀπό τρία, μικρά σέ ἔκταση, ἀλλά ἐξαιρετικῆς σημασίας, ἀπομνημονεύματα αἰχμαλώτων κληρικῶν˙ τοῦ διακόνου Ἰωσήφ Ζαφειρόπουλου, τοῦ Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) (ἕνα δεῖγμα) καί τοῦ Ἀνδρούσης Ιωσήφ.

 Ὁ ἱστορικός Τ. Γριτσόπουλος ὁμαδοποιεί τά ἀξιόλογα αὐτά κείμενα καί τά ὀνομάζει «Ἀπομνημονεύματα κληρικῶν – δεσμωτῶν». Ἡ ἱστορική σπουδαιότητα αὐτῶν τῶν κειμένων ἔγκειται στό γεγονός ὅτι καταγράφουν μέ ἀκρίβεια τήν ψυχολογία τῶν αἰχμαλώτων, ψυχογραφοῦν τή στάση τῶν δυναστῶν καί ἀποδεικνύουν πόσο τεταμένες ὑπήρξαν οἱ σχέσεις καί οἱ διαθέσεις κυρίαρχων καί ὑπόδουλων.

Τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ (17 Ἀπριλίου 1821), καθῶς ἐξιστορεί ὁ Ἰωσήφ Ζαφειρόπουλος, οἱ ὅμηροι μεταφέρθηκαν «εἰς τό κάτω μέρος τοῦ Σεραγίου, εἰς δεινοτάτην καί φρικτοτάτην εἰρκτήν τῶν καταδίκων… Αὐτή δέ ἡ εἰρκτή περιωρισμένη εἰς ἕν δωμάτιον ἔκειτο ὑπό τό Σεράγιον ἐπί τοῦ ἐδάφους, ἀριστερῶθεν τοῦ εἰσερχομένου διά τῆς τοῦ Σεραγίου Πύλης» καί δέθηκαν ὅλοι στό φοβερό Κούτσουρο, «εἰς τάς ὀπάς τοῦ ὅποίου εἰσήρχοντο οἱ πόδες τῶν βασανιζομένων….Εἰσελθόντες δέ εἰς ταύτην τήν φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς ἀλύσεως τούς Ἀρχιερεῖς καί Προύχοντας τήν ἐσπέραν ἐκείνην».

Φόβος καί ἀγωνία κατέλαβε τούς ὁμήρους. Ὁ προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ἔνεκα τοῦ φόβου ἠρνήθη τήν πατρώαν ἡμῶν θρησκείαν» καί ἀπέφυγε τά δεινά τῆς φυλακῆς, ἐνῶ ὁ καϊμακάμης παρέλαβε ὑπό τήν προστασία του τόν Ἀναστάση Καλαμογδάρτη καί ὁ Κιαμήλμπεης τόν Κορίνθου Κύριλλο καί τόν Σωκράτη Νοταρά, οἱ ὁποῖοι δέν φυλακίστηκαν, ἀλλά παρέμειναν στό σεράγι καθ’ ὅλην τήν διάρκεια τῆς πολιορκίας.

Τόσο στενά ἦταν στοιβαγμένοι μέσα στό μικρό χῶρο οἱ δεκαεννέα φυλακισμένοι «ὥστε οὐδέ τούς πόδας ἠδύναντο νά ἐκτείνωσιν, ἀλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, καί οὕτως ἐκοιμῶντο ἐπί πέντε ὀλόκληρους μήνας, μή δυνάμενοι νά ἀνακληθῶσι… Ἀέναος ἱδρώς ἔρρε ποταμιδόν ἐκ τῶν σωμάτων αὐτῶν, ἐξ οὗ τά ἐνδύματα αὐτῶν ἐσάπησαν».

Λίγη παρηγοριά, σ’ ὅλο τό διάστημα τῆς φυλάκισής του, ὁ Ἰωσήφ ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης εἶχε ἕνα Ψαλτήρι.

Τήν ἐπομένη, Δευτέρα 18 Ἀπριλίου, ἐκτελέστηκαν δεκαοκτώ Ἕλληνες ὑπηρέτες καί σωματοφύλακες τῶν αἰχμαλώτων «ἀφοῦ ἔρριψαν ἐπάνω τους ἑπτακοσίας βολάς τηλεβόλων, ἀπέτεμαν τάς κεφαλάς», ἐκτός ἑνός νέου, ὁ ὁποῖος δειλίασε, ἐξώμοσε καί ἀφέθηκε ἐλεύθερος.

Δικαιολογήθηκαν οἱ Τούρκοι στούς ὁμήρους ὅτι τήν ἐκτέλεση διέταξε ὁ καϊμακάμης γιά νά σώση τίς ζωές τους ἀπό τήν μανία τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου τῆς Τριπολιτζᾶς, ὁ ὁποῖος ὀρκίστηκε νά εἰσβάλει στό σεράγι καί νά τούς θανατώσει. Οἱ Τούρκοι ἰθύνοντες ἤλπιζαν ἀκόμη σέ εἰρηνικές διαπραγματεύσεις μέ τούς πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τούς προεστούς καί ἀρχιερεῖς ὡς ὅπλο.

Μέ τήν ἄφιξη στήν Τριπολιτσά τοῦ κεχαγιά Μουσταφά μπέη (Κεχαγιάμπεη) μαζί μέ περίπου 4.000 Ἀλβανούς στρατιῶτες, οἱ Τούρκοι ἀποφυλάκισαν προσωρινά τούς ὁμήρους στό πλαίσιο τῆς πολιτικῆς κατευνασμοῦ τῶν Ἑλλήνων. Μόλις δεκατρεῖς ἡμέρες πρίν ἀπό τήν ἄλωση, στίς 10 Σεπτεμβρίου, οἱ δέσμιοι μεταφέρθηκαν σέ τρία μεγαλύτερα δωμάτια τοῦ σεραγιοῦ καί τούς περιποιήθηκαν μέ τήν ὑστερόβουλη σκέψη ὅτι θά ἐπηρεάσουν τούς Ἕλληνες πολιορκητές, ὥστε νά ἐπέλθη συμβιβασμός.

Ἡ διάθεση συνεννόησης τῶν Τούρκων ἀποδεικνύει ἀπόγνωση, δεινή ἀμυντική θέση καί πολιτικό ἀδιέξοδο, ἐνῶ ἐμμέσως ἀναγνωρίζεται ἡ ἐπιτυχία τῆς στρατηγικῆς τακτικῆς τῶν πολιορκητῶν. Ὅμως καμιά θετική ἐξέλιξη δέν σημειώνεται˙ ὁ ἀποκλεισμός τῆς πόλης ἦταν ἀπόλυτος καί ἡ πτώση της ἐπῆλθε στίς 23 Σεπτεμβρίου.

Ἀπό τά δεινά τῆς εἰρκτῆς, τίς κακουχίες, τόν ὑποσιτισμό καί τίς ἀρρώστιες πέθαναν οἱ φυλακισμένοι πρόκριτοι Ἀναγνώστης Κωστόπουλος, ὁ Θεόδωρος Δεληγιάννης καθῶς τόν μετέφεραν ἐκτός τῆς πόλης μετά τήν ἄλωσή της, ὁ Ἰωάννης Περούκας στόν Ἀχλαδόκαμπο, στόν δρόμο πρός τό Ἄργος καί ὁ Παπαλέξης˙ ἀπό τούς ἀρχιερεῖς, ὁ Ναυπλίου Γρηγόριος, ὁ Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ὁ Δημητσάνης Φιλόθεος καί ὁ πρωτοσύγκελος Ἀνδρούσης Χρύσανθος.

Προεστοί, ἀρχιερεῖς, φύλακες καί ὑπηρέτες τῶν προεστῶν, κληρικοί βοηθοί τῶν ἀρχιερέων, ἔδωσαν ἀπό κοινοῦ τό δικό τους ἀγώνα μέ τήν αὐθόρμητη μετάβασή τους στή φοβερή Τριπολιτσά, ὑπομένοντας τά πάνδεινα ἐντός τῆς φυλακῆς, χωρίς διχογνωμίες καί ὑπολογισμούς, ἐπισπεύδοντας τήν ἔκρηξη τῆς Ἐπανάστασης.

Μετά τήν φυλακή.

Μετά τήν ἀποφυλάκιση τοῦ Δανιήλ παραδίδεται τό ἐξῆς γεγονός:(Ἰωσήφ Ζαφειρόπουλος)

Ἤδη ἡ ἐπανάσταση βρίσκεται στό 2ον ἔτος:

Ὁ Δανιήλ λόγω τοῦ κύρους του εἶχε ἐμπνεύσει τόν γενικό σεβασμό καί στά δύσκολα χρόνια τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν πού ἀκολούθησαν προσπάθησε νά κατευνάζει τά πνεύματα. Ὁ Φωτάκος ἀναφέρει: « ἐχρησίμευσεν ὡς μεσάζων εἰς τά μαλώματα τῶν καπετανέων: Κολοκοτρώνη καί Δεληγιαννέων, διότι καί τά δύο μέρη τόν ἐσέβοντο καί ἤκουον τάς σνμβουλάς του, καί τοιουτοτρόπως ἐμπόδισε πολλά κακά καί αἰματοχυσίαν».

Ὁ Κύριλλος ὡς ἐπίσκοπος Κορίνθου μετά τήν ἀποφυλάκισή του ὑπηρετεί τόν ἀγώνα τῆς πατρίδος του. Ἐκλέγεται μέλος τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας καί παρίσταται στίς διαπραγματεύσεις γιά τήν παράδοση τῆς πόλεως Κορίνθου ἀπό τούς Τούρκους. Στήν τελετή τῆς ἀπελευθερώσεως, τό 1823, πανηγυρίζει καί τελεί δοξολογία καί ἁγιασμό στήν Ἀκροκόρινθο. Πατρικός καί κατευναστικός τῶν παθῶν ὑπῆρξε καί ὁ δικός του ρόλος, Καί γι’ αὐτόν μαρτυρεί ὁ Φωτάκος: «Ἔτυχε δέ τότε,..ὅτε ὁ Κολοκοτρώνης ἦλθεν ἀπό τήν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν θυμωμένος καί ἐξηγριωμένος......καί ἐπειδή ὁ Μητροπολίτης εἶχε φιλίαν ἀδελφικήν μέ τόν Κολοκοτρώνην, τόν κατεπράϋνε καί συνετέλεσε ὥστε νά μή ξεσχισθοῦν τά πολιτικά πράγματα»

Ἡ συμμετοχή τοῦ Ἰωσήφ στά πολιτικά πράγματα εἶναι σημαντική. Μετέχει ὡς πληρεξούσιος στήν 1η Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου ὁρίζεται μάλιστα ὡς μινίστρος τῆς θρησκείας ( δηλ. ὑπουργός τῶν θρησκευμάτων) ὡς τό 1825, πού παραιτεῖται «διά τήν ἐμπεσούσαν τότε εἰς Πελοπόννησον μεγάλην διχοστασίαν». Ὁ βιογράφος του (Ἱεζεκιήλ Βαλανιδιώτης) ἀναφέρει καί μιά ἀξιόλογη πληροφορία: Ὅταν ὁ Ἰμπραήμ, τό 1825 ἀποβιβάζεται στήν Πελοπόννησο καί μετά τήν μάχη στό Μανιάκι, « προκήρυξε τήν κεφαλήν τοῦ Ἰωσήφ ἀντί γενναίας ἀμοιβῆς. Ἐκ τούτου κατέφυγε διωκόμενος εἰς τήν Μονήν τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τῆς Ἑρμιόνης, ὅπου καί παρέμεινεν ἐφ' ἱκανόν χρόνον ἱερουργῶν καί διδάσκων, διά τό μή εἶναι ἐκεῖ κανονικόν ἐπίσκοπον».

Οἱ ἄλλοι.
Ἄς ἀναφερθοῦμε καί στούς δύο ἐπόμενους ἀρχιερεῖς, τόν Διονύσιον, ἐπίσκοπον Πραστοῦ καί τόν Θεοδώρητο, ἐπίσκοπο Βρεσθένης πού γεννιοῦνται καί οἱ δύο τήν ἴδια χρονιά, τό 1787, στήν Κωνσταντινούπολη ὁ Διονύσιος, καί στή Νεμνίτσα (Μεθύδριον) τῆς Γορτυνίας ὁ Θεοδώρητος.

Ὁ Διονύσιος, Παρδαλός τό ἐπώνυμό του, ἀπό τή νεαρή του ἡλικία εἰσῆλθεν εἰς τόν κλῆρον, διετέλεσε πρωτοσύγγελος στό Πατριαρχεῖο καί τό 1812 χειροτονεῖται μητροπολίτης Ρέοντος καί Πραστοῦ (τῆς Κυνουρίας). Διακρίνεται γιά τήν ἀγάπη πρός τό ποίμνιό του καί μεριμνᾶ ἰδιαίτερα διά τήν ἵδρυση σχολείων στό Λεωνίδιο ἐξασφαλίζοντας προσφορές ἀπό τίς μονές τῆς περιοχῆς.

Τό 1820 προσκαλεῖται ὥς συνοδικός στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐκεῖ μυεῖται στήν φιλική ἑταιρεία. Μέ τήν ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως βρίσκεται καί πάλι στή μητρόπολή του, τήν Κυνουρία ὅπου μετέχει στά ἐπαναστατικά κινήματα (ἀφορισμός).

Τά Καλάβρυτα καί ἡ Καλαμάτα, ὅπως εἶναι γνωστό, διεκδικοῦν τά πρωτεῖα τῆς τῆς ἐπαναστάσεως κατά τήν 25ην Μαρτίου 1821. Κι ὅμως, ἡ ἡρωϊκή Τσακωνιά μέ τήν Ἀρκαδία ἦσαν αὐτές, πού πολύ νωρίτερα ἔδωσαν τό σύνθημα τῆς ἐπαναστάσεως.

Στίς ἀρχές τοῦ 1827 θά βρεθεῖ μαζί μέ τούς ἄλλους πληρεξουσίους στήν Ἑρμιόνη καί στήν Τροιζηνία γιά τήν 3ην ἐθνοσυνέλευση. Εἶναι μάλιστα μέλος τῆς ἀρχιερατικῆς ἐπιτροπῆς γιά τό σχέδιο «περί αὐτοδιοικουμένης ἐκκλησίας, οὐχί ὅμως καί αὐτοκεφάλου». Τό 1835 ἐκλήθη καί ἀνἐλαβε τήν προεδρία τῆς Ι. Συνόδου. Ἀγαπήθηκε καί ἐκτιμήθηκε γιά τό ἐνδιαφέρον του πρός τήν ἐνίσχυση τῆς ἐκκλησίας. Κατά τήν πενταετία τῆς προεδρίας του ἀγωνίσθηκε κατά τῶν προτεσταντικῶν μεταφράσεων τῆς βίβλου, κατά τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Θεοφίλου Καΐρη καί κατά τοῦ Φαρμακίδη. Μετά τήν πενταετία τῆς προεδρίας του ἐπανέρχεται στήν Κυνουρία. Ἐτελεύτησε τήν 21ην Ἰανουαρίου 1852 στήν ἐπισκοπή του καί ἐκηδεύθη δημοσία δαπάνη στήν Ἱερά μονή Πετράκη.

Ὁ Θεοδώρητος Βρεσθένης, τῆς οἰκογενείας Δημητρακαίων, ἔμαθε τά γράμματα στά μοναστήρια τῆς περιοχῆς του καί στίς σχολές Βυτίνας καί Δημητσάνας καί τό 1813 διαδέχεται τόν παραιτηθέντα ἐπίσκοπο Βρεσθένης. (Ἡ Βρέσθενα εἶναι πόλη κοντά στή Σπάρτη, στά σύνορα μέ τήν Ἀρκαδία). Ἤταν τίμιος καί εὐθύς, εὐλαβής καί δραστήριος. Μυεῖται καί αὐτός στή φιλική ἑταιρεία καί ἀγωνίζεται γιά τήν ἐδραίωσή της.

Μόλις ξέσπασε ἡ ἐπανάσταση βρέθηκε ἀπό τούς πρώτους στίς ἐπάλξεις. Εὐλογεί τήν ἐπανάσταση στό Μυστρά καί ὀργανώνει ἔνοπλα σώματα στήν ἀνατολική πλευρά τοῦ Ταϋγέτου ( Λακωνία), ἐνώ ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης κρατᾶ τήν Δυτική ( Μάνη). Μεταδίδει παντοῦ τόν ἐπαναστατικό πυρετό, καί δικαίως προσφωνεῖται «καπετάν Δεσπότης» καί κατά καιρούς «ἔφερε ἀντί ράσων ἑλληνικήν φουστανέλλαν». Εῖναι παρών στήν περιφανῆ νίκη τοῦ Βαλτετσίου (12 Μαΐου) καί στή μάχη τῶν Δολιανῶν (18 Μαΐου) Αὐτός ὀργάνωσε τό περίφημο στρατόπεδο τῶν Βερβένων (στά Βέρβενα), στό ὅποῖο μετέχουν ἄλλοι δύο ἱεράρχες, (ὁ Ἕλους Ἄνθιμος καί ὁ Μαλτσίνης-Μάνης Ἰωακείμ). Τό στρατόπεδο τῶν Βερβένων εἶχε πολύ καλή ὀργάνωση καί ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στήν ἄλωση τῆς Τριπολιτζᾶς.

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ συμμετοχή τοῦ Θεοδωρήτου στά πολιτικά πράγματα τῆς ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος. Μετέχει στήν πρώτη πολιτική ὀργάνωση, τήν «Πελοποννησιακή Γερουσία», καί στήν 1η ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου. Τό 1822 οἱ προσπάθειες τῶν ἀγωνιζομένων Ἑλλήνων στρέφονται στήν πολιορκία τοῦ Παλαμηδίου καί τήν ἄλωση τοῦ Ναυπλίου, πού ἀπεδείχθη ἐγχείρημα ἰδιαίτερα δύσκολον. Ὁ Θεοδώρητος, ὡς πρόεδρος τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας ἀναλαμβάνει νά μεταβεί στό Ναύπλιο καί νά διαπραγματευθεῖ μέ τούς Τούρκους τήν παράδοση τῆς φρουρᾶς. Ἀτυχής ἀποστολή! Τίς ἴδιες ἀκριβῶς ἡμέρες, φθάνει ὁ Δράμαλης μέ τή στρατιά του σκορπίζοντας τόν φόβο. Οἱ Τούρκοι τῆς φρουρᾶς τοῦ Ναυπλίου ἀναθαρροῦν καί κρατοῦν τόν Θεοδώρητο ὡς ὅμηρο. Θά ὑποστεί καί αὐτός μιά ἐξάμηνη φυλάκιση :

Μετά τήν καταστροφήν τοῦ Δράμαλη καί τήν ἄλωση τοῦ Παλαμηδίου τόν Δεκέμβριον τοῦ 1822, ὅπως λέγει ὁ Ι. Θεοδωρακόπουλος «ἐξῆλθεν ὁ ἱεράρχης αἰρόμενος ὑπό τεσσάρων εἰς μέν φορεῖον νοσοκόμου, ἀλλ’ ὅμως παντός ἅρματος θριαμβευτικοῦ ζηλωτότερον.» Ὁ φλογερός αὐτός πατριώτης μετέχει καί στήν 2αν ἐθνοσυνέλευση στό Ἄστρος ὁρισμένος ἀντιπρόεδρός της (1823) καί εἰς τήν τρίτην ὡς βουλευτής (1827).

Μ’ ὅλην αὐτή τήν προηγούμενη δράση τους οἱ 5 ἱεράρχες θά βρεθοῦν μαζί στήν πατρίδα μας, καί μέ τούς ἄλλους πληρεξουσίους.

Ἡ συμμετοχή τους στήν ἐθνοσυνέλευση στην Ἑρμιόνη.

Σεβαστοί καί σώφρονες στή δύσκολη αὐτή ἐποχή πού τά πάθη καί οἱ διχόνοιες δέν ἔχουν κοπάσει, καί ἐνώ ὁ ἀγώνας βρίσκεται σέ κρίσιμη στιγμή ἡ διαφωνία εἶναι γιά τό πού θά συνεχίση τίς ἐργασίες της ἡ διαλυμένη 3η ἐθνοσυνέλευση, στήν Αἴγινα ἤ στήν Ἑρμιόνη, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς συνεκροτεῖτο; Οἱ πέντε ἐπίσκοποι ἀπαρτίζουν ἐνιαία ὁμάδα καί κάνουν ἔκκληση γιά ὁμόνοια. Ἀπό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1826, ἐνῶ βρίσκονται ἀκόμα στό Ναύπλιον γράφουν: «κατά ταύτην τήν περίστσιν, καθ’ ἦν ταλαντεύεται ἡ τύχη τῆς πατρίδος, μη διχογνομοῦντες περί τοῦ τόπου, ἀλλά συμφωνοῦντες τῷ τρόπῳ... ἴνα μή φθείρεται ἡ πατρίς μας καί ἡ πίστις μας καταπατεῖται...» καί συμπληρώνει ὁ ἱστορικός Α.Γριτσόπουλος γι’ αὐτήν τους τήν ἀναφορά : «εἶναι ἀληθῆς κραυγή ἐκ βαθέων, σάλπισμα ἐθνικόν, κήρυγμα ἰσχυρόν ὑπέρ τῆς πρός ἀλλήλους ἀγάπης, εἰρήνης, ὁμονοίας...».

Φαίνεται ὅτι ἡ ζωή τους στήν Ἑρμιόνη τούς ἐπιρέασε ἰδιαίτερα.

Ὁ Φωτάκος τονίζει ἔντονα τό γεγονός. «Προτοῦ δέ ἀπό τήν Ἑρμιόνην ὑπάγουν εἰς τόν Δαμαλά, οἱ ἐκεῖ εὐρεθέντες ἀρχιερεῖς: ὁ Κορίνθου Κύριλλος, ὁ Βρεσθένης Θεοδώρητος, ὁ Τριπολιτζᾶς Δανιήλ, ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ, ὁ Πραστοῦ Διονύσιος καί λοιποί, ὡς καί ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι, συνεδέθησαν μεταξύ των σφικτά καί ὁρκίσθησαν νά μένουν ἐνωμένοι καί τότε ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι».

Ἡ 13η συνεδρίαση πού ἔγινε στήν Ἑρμιόνη στίς 4 Μαρτίου ἦταν ἰδιαίτερα σημαντική ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Διαβάζουμε στά πρακτικά:

Ἄρθρο ια΄: «Ἐπροβλήθη νά γενῇ ἀποκριτικόν πρός τούς ἀρχιερεῖς, προσκλητικόν νά κάμουν σχέδιον ἀφορῶν τά τῆς ἐκκλησίας καί νά τό καθυποβάλουν εἰς τήν Συνέλευσιν» ὑπάρχει καί ἡ ἀπάντησις τῆς ἀναφορᾶς τήν ὁποίαν διαβάζουμε:
Τί διαπιστώνουμε απ’ αὐτό; Στή δύσκολη αὐτή ἐποχή πού δέν ὑπάρχει κἄν Ἑλληνικό ἐλεύθερο κράτος, μέ αἰσιοδοξία οἱ πληρεξούσιοι ἐπιθυμοῦν καί ζητοῦν ἀπό τήν ἐκκλησία μέ σεβασμό, τήν ἠθική, τά φώτα, τήν βοήθεια…

Τούς φανταζόμαστε λοιπόν τούς ἱεράρχες μας ἐδῶ στήν πατρίδα μας νά συσκέπτονται καί νά προνοοῦν γιά τήν ἐκκλησία στό μελλοντικό ἐλεύθερο κράτος. Εἶναι πολύ πιθανό νά διαμένουν στή μονή Ἁγίων Ἀναργύρων, χωρίς νά ἔχουμε καμιά πληροφορία, εἶναι ὅμως γνωστό ὅτι πολλά μέλη τῆς ἐθνοσυνελεύσεως φιλοξενούνταν ἐκεῖ. Τό σχέδιο συντάχθηκε καί μάλιστα τό χειρόγραφο εἶναι ἀπό τό χέρι τοῦ Δανιήλ. Ἐν τῷ μεταξύ ἡ ἐθνοσυνέλευση ἔχει φύγει ἀπό τήν Ἑρμιόνη καί συνεχίζεται στήν Τροιζήνα ὅπου καί στίς 9 Ἀπριλίου 1827 ὑποβάλλεται ἕνα «σχέδιο γιά τή διοίκησι τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐκκλησίας». Εἶναι ἕνα μεστό κείμενο μέ 24 ἄρθρα μέ πνεῦμα συνέσεως καί ἀγάπης γραμμένο. Ὁ μετέπειτα ἐκκλησιαστικός ἱστορικός, Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τό ἀποκαλεί «μνημεῖο ὑψίστης σπουδαιότητος» πού τοποθέτησε σέ μιά σωστή βάση τό σύστημα τῆς αὐτοδιοικούμενης ἐκκλησίας ὄχι ὅμως καί αὐτοκεφάλου, διότι τονίζεται ἡ ἀνάγκη ἀδιάσπαστης ἐνότητας μέ τήν μεγάλη Ἐκκλησία «...δέν γνωρίσαμε ἄλλη μητέρα, εἰμή τήν μεγάλη ἐκκλησία, οὐδέ ἄλλον κυριάρχην εἰμή τόν Πατριάρχην.»

Οἱ πέντε αὐτοί ἀρχιερεῖς λάμπρηναν μέ τήν προσωπικότητά τους καί τό ἔργο τους τόν τόπο μας καί τίμησαν μέ τήν παρουσία τους τήν ἰδιαίτερη πατρίδα μας.
Μητροπολίτης Τριπόλεως Δανιήλ.
Μητροπολίτης Κορίνθου Κύριλλος.
Μητροπολίτης Κυνουρίας Διονύσιος.
Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ.
Ἐπίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια: